Ιστορίες από το συρτάρι που δεν τελείωσαν ποτέ vol. 3
Έκανε ένα βήμα πιο πίσω και άρχισε πάλι να παρατηρεί τους πάντες. Μεθυσμένοι σχεδόν όλοι, χόρευαν, αγκαλιαζόντουσαν, σαν μικρά παιδιά που στο διάλειμμα ενός σχολείου, με την αθωότητα τους, κάνουν κουρέλι κάθε κανόνα ενήλικης συμπεριφοράς. Άφησε ακόμα μια φορά τις σκέψεις του να τον παρασύρουν, ταξιδεύοντας τον πίσω, εκεί που όλα ήταν πιο αθώα, πιο απλά.
Ήρθε κάθισε δίπλα του, διακόπτοντας βίαια τη σκέψη του.
- Δεν ξέρω, νομίζω πως όχι.
Η φωνή του έτρεμε λίγο, για κάποιο λόγο ένιωσε σαν ξανά βιώνει την ημέρα που έφευγε για πρώτη φορά. Σε εκείνο το πάρκο που τους χαιρέτησε όλους εναν εναν και τους είπε "τα λέμε", χωρίς να το πιστεύει ούτε ο ίδιος.
- Και αυτοί; Θα τους το πεις ποτέ;
- Δεν ξέρω, νομίζω πως όχι.
Σιωπή. Βαριά σιωπή. Σαν αυτές που ξέρεις ότι κρύβουν από πίσω τους καταστροφές και καταιγίδες.
- Πάντα έτσι έκανες, δεν άλλαξες, δεν αλλάξαμε.
- Πάντα κρατάς μια απόσταση ρε μαλάκα, πάντα ένα βήμα πίσω ή ένα βήμα μπροστά! Ποτέ δίπλα μας, ποτέ δε μας άνοιξες την πόρτα σου
- Μισό να σου πω… προσπάθησε να ψελλίσει αλλά η ένταση είχε ήδη φτάσει στο αποκορύφωμά της.
- Τι να μου πεις;… τον διέκοψε απότομα, χτυπώντας τον απότομα στο μπράτσο!
- Είμαστε δίπλα σου, μας ακούς ποτέ; Μεγαλώσαμε δίπλα δίπλα νομίζεις δεν το βλέπαμε; Πάντα λέγαμε ο * είναι αλλιώς ο * είναι έτσι αλλά ποτέ δε σου κλείσαμε την αγκαλιά μας ρε μαλάκα!… είπε με βουρκωμένα μάτια
Προσπάθησε να πει κάτι αλλά είδε πως δεν υπήρχε χώρος να πει το οτιδήποτε, σαν χείμαρρος που παρασύρει τα πάντα στο διάβα του, του άνοιξε την καρδιά του και του την έδωσε όλη στην πιάτο. Μα δεν ήταν μόνο η δικιά του στην πιατέλα, ήταν όλες εκεί! Θυμήθηκε τις φορές που είχε αποσυρθεί στον εαυτό του, αποφεύγοντας τις συναντήσεις και τις παρέες, πάντα φοβισμένος, ότι δε θα καταλάβαιναν το βάρος που κουβαλούσε.
- Το ξέρω ότι σε τρώει! … συνέχισε με το ίδιο ύφος αδιαφορώντας αν η φωνή χαλάσει το γιορτινό κλίμα.
- Το ξέρεις πως μια μέρα φοβάμαι πως θα το ακούσω; Πώς, μια μέρα, θα με πάρουν τηλέφωνο και θα πουν «έγινε»; Και ξες τι θα πούμε; Ξες μωρέ μαλάκα; Ότι δεν κάναμε αρκετά, ότι δεν ήμασταν εκεί! Μας λείπεις το ακούς; Σε θέλουμε δίπλα μας ! Δεν πα να είσαι στην Ανταρκτική, σε θέλουμε εδώ! Να λες με τον ίδιο τρόπο «που σε ρε μαν».
Σκούπισε τα δάκρυα του και συνέχισε, θέλοντας να μην του αφήσει το παραμικρό περιθώριο να πει τις κλασικές δικαιολογίες, ούτε μισή ευκαιρία! Ήθελε να του δώσει ώμο ότι σκεφτόντουσαν όλοι! 'Όλα αυτά τα χρόνια! Ότι είχαν στην καρδιά τους και το μυαλό τους! Σαν να άνοιξαν επιτέλους το μπαούλο με τα συναισθήματα τους.
- Να μην ξεχνάς μωρέ μαλάκα που πέφτει αυτό το γαμώ νήσο !
Μέχρι να καταλάβει τι γινότανε τους είδε όλους γύρω του! Κατάλαβε πως χρόνια τους είχε αδικήσει. Πως η παιδική αγάπη και αφέλεια ανάμεσα τους, ήταν πάντα εκεί αλλά δεν την έβλεπε, σαν να την κράταγε κλειδωμένη στο μπουντρούμι για να μην του γκρεμίσει τους πύργους που έκτιζε για να είναι ασφαλής. Η συνειδητοποίηση των χρόνων που είχε χάσει κρυμμένος πίσω από τις άμυνες του, τον κατάκλυσε.
Χωρίς να το καταλάβει άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα σαν νερό! Σαν κάποιος να γύρισε τη βάνα και να άνοιξε η βρύση! Χώθηκε στις αγκαλιές τους για να μην το δει κανείς, αλλά ήξερε πως και να τον έβλεπε κάποιος αυτοί θα ήταν δίπλα του, με τα ίδια βουρκωμένα μάτια, όπως τότε σε εκείνη την αλάνα που ορκίστηκαν ότι και να τελειώσει το καλοκαίρι, ότι και να αλλάξουν σχολείο, το ματς δεν είχε τελειώσει και θα συνέχισαν μέχρι να βγει ο νικητής.
Και αυτό το ματς, κρατάει ακόμα …