Άνοιξε το φως
Κλείσε τα παράθυρα
Φέρε μου την ομπρέλα
Εγώ ορίζω τον κόσμο
Εμείς κανονίζουμε πως θελουμε να νιώθουμε
Τουλάχιστον επιφανειακά
Και σήμερα θέλω να κρυώνω
Και να περπατήσω έξω ξυπόλυτη
Και να χαιρετάω όποιον βλεπω
Και να έχω ελπίδες για τον κόσμο
Έκανα λαθος μαμά .
Δεν έχω ελπίδες
Την ώρα που περπάταγα πάτησα τόσα γυαλάκια από σπασμένες μπυρες
Σχεδόν πάτησα μια βελόνα
Τότε σκέφτηκα ποσό βρόμικοι είμαστε τελικά σαν είδος.
Νιώθουμε ότι όλα είναι δικά μας και ότι μπορούμε να επιβληθούμε σε αυτά
Υπάρχει κόστος τελικά; Ναι. Αλλά οι περισσότεροι δε το καταλαβαίνουν ποτε στη ζωή τους. Και όσοι το καταλαβουν.. λογικά τρελένονται
Έχεις διαβάσει ποτε για τους αστροναύτες;
Ποσό δυστυχισμένες ζωές είχαν;
Πως έπαιρναν διαζύγια και πέθαιναν νωρίς και στρέφονταν στο αλκοόλ και καταστρέφονταν .
Έχεις αναρωτηθεί μετά γιατί;
Όλοι που φτάνουν κάπου ψηλά δεν είναι ποτε χαρούμενοι.
Γιατί;
Γιατί πηγαν στο φεγγάρι
Και όταν μετά από χιλιάδες καταξιωμένους τίτλους και δεκαετίες εκπαίδευσης και δουλειά και ‘μπραβο’ έφτασαν τελικά στον τελικό στόχο τους
Και είδαν την γη
Κατάλαβαν ποσό μικροί και ασήμαντοι τελικά είμαστε
Ποσό πλασματικά είναι όλα όσα έχει δημιουργήσει η κοινωνία και οι αξίες που έχει και τα πρότυπα που επικρατούν.
Πρέπει να δουλεύεις πρέπει να φτιάξεις μια οικογένεια αλλιώς το μόνο αποτέλεσμα είναι να καταλήξεις στον δρόμο γεμάτος από απαξιωτικά βλέμματα
Η κοινωνία σε λέει αυτόνομο αλλά δε σε αφήνει ποτε να ‘φυγεισ’ από αυτήν.
Και εκείνη την ώρα
Στο φεγγάρι
Όλοι αυτοί οι κόποι έμοιαζαν τόσο ανούσιοι
Και τώρα είμαι εδώ
Κάπου στα αναφιωτικα
Και όπως ανέβαινα στους βρόμικους δρόμους είδα το φεγγάρι
Και δε φαντάζεσαι ποσό μεγάλο και λαμπερό φαινόταν
Και εκείνη την ώρα είχα το φεγγαρι τόσο κοντά που σχεδόν μπορούσα να το πιάσω.
Και εκείνη την ώρα ένιωθα ο μοναδικός άνθρωπος που ήταν τόσο κοντά στο φεγγαρι και ετοιμαζόταν να το πιάσει
Έτσι εγώ,
Άνοιξα τα χέρια μου διάπλατα σαν να κάνω αγκαλιά την ύπαρξη μας
Και έπεσα στο κενό.











