Γράμμα σε έναν μεταναστεύων φίλο
Δεν ήρθα να σε αποχαιρετήσω. Κάπου εκεί ανάμεσα στη δική μου επιστροφή και τη δική σου αναχώρηση βρέθηκα μετέωρη και νευρική, να αναπολώ στο σαλόνι ανάμεσα σε σβησμένα τσιγάρα και σκόνη ημερών τις φορές εκείνες που πλύθηκα, ντύθηκα και βγήκα αμέριμνα σχεδόν για ένα ποτό, αυτό το τελευταίο ποτό πριν την αναχώρηση, πριν την αλλαγή - ανάμεσα σε αδέξια τσουγκρίσματα, βεβιασμένα χαμόγελα κι ένα κόμπο στο λαιμό. Ίσως για σένα αυτό να δείχνει αδιαφορία, για μένα, τώρα πια γνωρίζω, πως είναι αδυναμία. Και δεν το λέω αυτό με περηφάνια, ούτε καν με αυτοπεποίθηση. Το λέω ειλικρινά και εν είδη επεξήγησης, ή και εξομολόγησης, σαν η αποχώρησή σου να είναι η αφορμή για έναν απολογισμό της δικής μου παραμονής και του δικού σου αναπόφευκτου φευγιού.
Σε θαυμάζω. Για την αφοβία σου, την αφοσίωσή σου, για την ωριμότητα και την ανεμελιά παράλληλα, με τις οποίες αφήνεις πίσω σου όλα αυτά που ξέρεις, για να κάνεις ένα άλμα πάνω από ένα κενό που φαίνεται μεγάλο μα που δεν ξέρεις αν τελικά μπορείς να το καλύψεις. Ίσως να ναι όσο ο διασκελισμός σου, ίσως να ‘ναι χιλιόμετρα, ίσως να ξέρεις να πετάς, κι ίσως να πέσεις, μα είσαι σίγουρη πως θα προσγειωθείς στα πόδια σου, κι αν όχι τζογάρεις, κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Ζηλευτό και γενναίο είναι, να αδράχνεις τις ευκαιρίες που σου δίνονται, να αφήνεις πίσω το γνώριμο και να αγκαλιάζεις το ξένο, αυτό που εκτυλίσσεται σε άλλη ζώνη ώρας, με άλλη γλώσσα και σκληρό καπιταλισμό. Γιατί κακά τα ψέματα, μεταναστεύεις. Κυνηγάς το άπιαστο όνειρο της καλύτερης ζωής, των περισσότερων χρημάτων, της μεγαλύτερης ελευθερίας, του απογαλακτισμού. Είναι το νεαρό της ηλικίας σου, η περιέργεια που έχεις έμφυτη, η απόγνωση που έχει ριζώσει στην καρδιά σου.
Ποιος ξέρει αν εκεί που θα πας θα είναι καλά. Ούτε εσύ γνωρίζεις, ούτε εγώ μπορώ να σου πω. Θα σου πω να προσέχεις. Θα σου πω ότι το ‘χεις και μη φοβάσαι τίποτα. Θα σου πω να ΄χεις τα μάτια σου ανοιχτά και να ακούς τον κόσμο δυο φορές σ’αυτά που λέει, σ’αυτά που κάνει. Θα σου πω να απολαμβάνεις τις στιγμές και να γυρεύεις συνεχώς την ομορφιά, ιδίως όταν το σκοτάδι κατακλύζει την ψυχή σου και η μοναξιά γίνεται αβάσταχτη. Θα σου πω ότι καλοί άνθρωποι υπάρχουν παντού μα είναι λίγοι, έσω επιφυλακτική. Θα σου πω μάθε, στύψε τους εργοδότες σου, αξιοποίησε τους συναδέλφους σου και πάλεψε για τη θέση σου. Κι ύστερα, αφού στα πω όλα αυτά, θα σου πω και να τα ξεχάσεις. Να κάνεις πως δεν τα άκουσες και να κινηθείς όπως εσύ ξερεις και νομίζεις. Γιατί είσαι μια γυναίκα δυνατή και έξυπνη. Ξέρεις, έχεις δει και σ’ έχω δει κι εγώ να βλέπεις.
Κι αν μέσα σου σκεφτείς “Ποια είσαι εσύ που νομίζεις ότι ξέρεις;” Θα σου απαντήσω, είμαι μια φίλη σου, που ίσως δεν ξέρει, αλλά σε σκέφτεται. Μια φίλη σου που δεν έφυγε ποτέ, μα πάντα φεύγει. Μια φίλη σου που είδε τους φίλους της να φεύγουν, κάποιους για άλλους ουρανούς και κάποιους για γεωγραφικά μήκη και πλάτη ξένα. Μια φίλη σου που ακούει στο τηλέφωνο και στα πληκτρολόγια τα αδιέξοδα και τις επιτυχίες άλλων ανθρώπων που άφησαν τον αττικό ήλιο και το Αιγαίο Πέλαγος για όνειρα και φιλοδοξίες ανυπόστατες σ’ αυτό το χώμα. Είμαι μια φίλη που σε συναισθάνεται και με όλη της την ψυχή σου εύχεται καλό ταξίδι. Κι αν δεν ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω συγχώρα με για την αδυναμία μου και να θυμάσαι πως θα ‘μαι εδώ να σε υποδεχτώ όταν με το καλό αποφασίσεις να νιώσεις τον καυτό ήλιο και τη δροσερή θάλασσα, τα τηγανητά καλαμαράκια και τη ζεστασιά ενός ποτού μια καλοκαιρινή νύχτα στο Παγκράτι.