Το μυαλό του είναι μπουρδέλο. Είναι από εκείνα τα άτομα που κανείς ποτέ δεν τα κατάλαβε. Οι κοπέλες γι’ αυτόν είναι παιχνίδια και τις αλλάζει σαν σεντόνια, λερωμένα. Το μυαλό του είναι πουτάνα. Ψάχνει κάποια να γαμάει για να ευχαριστεί το εγώ του, και αφήνει τον εγκέφαλό του μακριά, να μην τον αγγίξει κανένας, μιας που όταν τον άγγιξε εκείνη για λίγο κάηκε ένα μέρος. Η ζωή του δεν είναι συμβατική. Περιφέρεται. Κάνει βόλτες, πηδάει τοίχους, ανεβαίνει σε βράχους, για να φτάσει στον ουρανό, αφού ανήκει στα αστέρια. Έχει την παρέα του, πάντα εκεί, πάντα δίπλα του, τρία άτομα που τον κάνουν να είναι ο εαυτός του. Ως εκεί. Το μυαλό του είναι χάος. Θέλει να γυρνάει ανάποδα τις ζωές όλων. Δίνει ελπίδα σε κοπέλες με μοναδικό σκοπό να τις ρίξει στο κρεβάτι και αν δεν τον επιτύχει απλά υπόσχεται και υπόσχεται ώστε να πονέσουν μετά, όπως πονούσε εκείνος, όπως πόνεσε εκείνος τη μέρα που η αγάπη του του είπε να χωρίσουν, τη μέρα που έγινε πιο σκληρός από ποτέ. Περνάει ωραία, το χάος του δεν τον κυριεύει ακόμα, γελάει μόνιμα, γελάει αληθινά. Ζει σε έναν κόσμο αποκλειστικά δικό του. Δεν πατάει στο σχολείο κι ας τον πήγαν στο ιδιωτικό μπας και αλλάξει, μήπως και ενδιαφερθεί, μήπως και σταμάτησει τις “κακές παρέες”. Τζίφος. Όλοι εκεί είναι φλώροι και ντίβες, ισχυρίζεται. Βρίσκει λίγα άτομα όμοια με αυτόν και αναρωτιέται γιατί κατέληξαν εκεί, τους μυεί στο χάος του. Τα όνειρα του είναι κόκκινα. Είναι νάρκισσος. Αγαπάει την σωματική επαφή. Μερικές φορές δουλεύει, ώστε να νιώσει ανεξάρτητος, και το άφηνει μόλις βγάλει αρκετά χρήματα για διακοπές. Θέλει τόσο να φύγει αλλά υπάρχουν τόσα που τον κρατάνε να μείνει. Και μένει σωματικά. Μα το μυαλό του είναι αλλού. Είναι πάντα αλλού. Ακόμα κι όταν είναι εκεί, δεν είναι εκεί, ταξιδεύει. Σε κάτι καλοκαιρινές βουτιές από ψηλά, σε καθημερινή ολοήμερη κατανάλωση γαρων. Το μυαλό του περιστρέφεται γύρω από την οικογένεια του και την πάρτη του. Είναι πάντα αυτός για τον εαυτό του, το μοναδικό στήριγμα που χρειάστηκε ποτέ. Είναι από τα άτομα που φοβάσαι να γνωρίσεις μην και σε πάρουν μέσα στο χάος τους και δε βγεις ποτέ. Βέβαια ποτέ θα σου δείξει πως είναι. Ποτέ δεν θα παραδεχτεί πως δεν του αρέσει η ζωή που ζει, πως δεν θελει να ζήσει αυτή την προκαθορισμένη από άλλους ζωή, πως θέλει να φτιάξει το δικό του μέλλον. Ακολουθεί το επάγγελμα που του επιβάλλουν, γιατί απλά δεν έχει την ψυχική διάθεση να σκεφτεί τι θα του άρεσε. Ξέρει πως θα καταλήξει αλλά εύχεται να μην γίνει ίδιος ο πατέρας του. Δεν την θέλει την προκαθορισμένη ζωή αλλά δίχως αιτία επιβάλλει τον εαυτό του σε αυτή, στην εύκολη και έτοιμη λύση, μη και ψάξει λίγο το κάτι διαφορετικό και κουραστεί. Είναι ψυχικά κουρασμένος, της είχε δηλώσει. Ένα παιδί ούτε 18 χρονών, ψυχικά κουρασμένος. Σάστισε. Τι λες σε κάποιον που ισχυρίζεται πως είναι ψυχικά κουρασμένος; Με το δύναμη ψυχης του απαντάς; “Όλα θα πάνε καλά, εγώ θα είμαι εδώ.” Ούτε όλα πήγαν καλά, ούτε εκείνη ήταν εδώ. Μα πλέον έχει πείσει τον εαυτό του πως μόνος του είναι καλύτερα.
Τα μαλλιά του γίνονται ένα με τον ήλιο όταν το φως χτυπάει πάνω τους. Θυμάται εκείνη τη μέρα στο παγκάκι, μετά από ένα μεθυσμένο βράδυ. Θυμάται την τότε κοπέλα του να του λέει “σε σιχαίνομαι”, την μοναδική κοπέλα που άντεξε για πάνω από ένα χρόνο δίπλα του, τη μοναδική κοπέλα που πίστεψε πως μπορεί να τον καταλάβει. Αλλά δεν τα κατάφερε. Έφυγε και εκείνη. Ή μάλλον καλύτερα την έδιωξε, με τις κλωτσιές, με τον δικό του τρόπο, όσο πιο μακριά μπορούσε. Δεν υπάρχει πλέον. Μα όταν το μυαλό του υπολειτουργούσε, γυρνούσε πάντα σε εκείνη τη φωτογραφία που είναι αποτυπωμένη ανάμεσα στο χάος του, σε κάτι σκαλιά, με ποπ κορν και μαύρη μπύρα, δύο σώματα αγκαλιασμένα, γελάνε. Τότε ένιωθε.