«Είμαστε μεγάλα παιδιά, πια».
Ξυπνάω χαρούμενη πλέον, αλήθεια μαμά. Έφτιαξα τη δική μου ουτοπία και είναι ευπρόσδεκτοι μόνο όσοι με αντέχουν. Έχω κομμάτια μου σκορπισμένα σε στενά, κυρίως της Θεσσαλονίκης. Έμαθα να τα αγαπάω, να τα φροντίζω, να τα ακούω και να τα αφήνω στην ησυχία τους. Με κούρασαν τα κρακ. Με κούρασαν τα σύνδρομα των ραγισμένων καρδιών.
Βρήκα τι ψάχνω, έτσι νομίζω τουλάχιστον. Ένα αγόρι που να θυμίζει ξημέρωμα Κυριακής. Ένα τραγούδι που να με κάνει να δακρύζω, σε κάθε τέλος. Ένα σπίτι όπου θέλω να περάσω όλους τους επόμενους χειμώνες μου, με όλους τους ανθρώπους μου, αυτούς τους λίγους και καλούς, εκείνους που θεωρώ δικούς μου, όσο κοντά ή μακριά κι αν είναι.
Κάθε χρόνο εντυπωσιάζομαι για το πόσο διαφορετική νιώθω από πέρσυ. Τόσες αλλαγές, τόσα ταξίδια, τόσοι άνθρωποι. Είναι τόσο ειρωνικό που όλα αυτά τα χρόνια, πάντα εγώ έφευγα πρώτη, γιατί φοβόμουν πως δεν θα με αντέξουν. Αφού δεν με άντεχα εγώ. Όλα αυτά τα χρόνια εγώ πλήγωνα εμένα. Ακόμα φεύγω, τρέχοντας, κάθε φορά που νιώθω πως δένομαι. Γιατί δένομαι άτσαλα, μα κυρίως με άτομα που γεμίζουν κενά, που δεν ήξερα ό,τι έχω. Μα, έχουν κλείσει οι περισσότερες πληγές.
Ένα άτομο αγάπησα με όλη την έννοια της λέξης όλα αυτά τα χρόνια, είμαι σίγουρη πλέον, σε εκείνον που φέρθηκα χειρότερα από όλους. Γιατί με καταλάβαινε χωρίς να πω πολλά και γιατί μαζί του μπορώ να αναλύω κάθε μικρή πτυχή αυτού του κόσμου και (ακόμα) οι 2 ώρες στο τηλέφωνο μου φαίνονται τόσο λίγες. Αλλά δεν θα είναι ο μελλοντικός πατέρας των παιδιών μου. Ή μάλλον, βλέπω πως τελικά, όλα αυτά τα χρόνια, οι άνθρωποι αλλάζουν, τόσο πολύ, που δεν μπορώ να υποθέτω. Εύχομαι να μην αλλάξεις, Σ. Και εύχομαι να βρεις έναν έρωτα που θα σε κάνει να νιώσεις ξανά πως τα ζεις όλα πρώτη φορά. Και μαζί της να καταλήξεις. Γιατί σου αξίζει να είσαι χαρούμενος και μου αξίζει να πάω παρακάτω.
Στα πιο παράξενα πράγματα που μου έχουν ποτέ συμβεί συγκαταλέγω τις επί χρόνια τυχαίες συναντήσεις μας, τις πιο σημαντικές μέρες. Δεν μου επέτρεψες να σε πάρω αγκαλιά την τελευταία φορά και όσο κι αν θυμήθηκα πως είναι να πονάς, στα αριστερά, βαθιά μέσα σου, χάρηκα που είχες το σθένος να αρνηθείς. Με τον ίδιο σθένος που αρνήθηκες να με δεις για τελευταία φορά. 2 λέξεις λέμε κάθε φορά που βρισκόμαστε, «Γειά.» και «Παράξενο.»
Ήμουν πολλές φορές στο τσακ να ακούσω εκείνη τη φωνή που τσιρίζει μέσα μου πως θα έπρεπε να κάνω τα πάντα δυνατά για εσένα και να βγάλω το πρώτο εισιτήριο και να πάω να σε βρω. Μα, το πιο καλό πράγμα που μπορώ να σου προσφέρω είναι να χαθώ πραγματικά από τη ζωή σου. Να μην σου θυμίζω πως είναι να πονάς, στα αριστερά, βαθιά μέσα σου. Απλά, να, θα ήθελα να ξέρω πως ήταν το μέρος που ζούσες, εκεί που έφτιαξες την νέα σου ζωή, όταν χρόνια μετά θα εξηγείς στα παιδιά μας για εκείνον τον καιρό που κυνήγησες τα όνειρά σου στην άλλη άκρη της Ευρώπης. Αστειεύομαι. Ξέρω ότι γέλασες.
Θυμάμαι να ουρλιάζω εκείνη τη μέρα από την άλλη μεριά του ακουστικού κλαίγοντας πως δεν θα έπρεπε να πονάς, γιατί δεν μου άξιζες. Γιατί σου αξίζει κάποια πολύ πιο σίγουρη, πιο ώριμη, πιο... Και τότε, μετά από μια μικρή παύση, ενώ είχα ξεσπάσει σε λυγμούς, συμφώνησες πως, «μάλλον» έχω δίκιο.
Δεν τηρούσε όλες τις προδιαγραφές του μυαλού μου για «το ιδανικό αγόρι». Τις δημιούργησε. Μα αν δεν λειτούργησε το μεταξύ μας, μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσω τη λίστα με τα κουτάκια μου που τσεκάρω στο μυαλό μου ασυναίσθητα κάθε φορά που γνωρίζω κάποιον.
Παραδοσιακά θυμάμαι να χωράω υπέροχα στον ώμο σου.
Σε αγαπούσα γιατί μαζί σου ήμουν η καλύτερη εκδοχή μου.
Οι όμορφοι άντρες για 'μένα είναι αυτοί που μιλούν με ήρεμη φωνή, που χαμογελάν στους περαστικούς, που λένε «καλημέρα» πριν παραγγείλουν τον πρωινό τους καφέ, που έχουν γυμνασμένα μπράτσα για να με σηκώνουν στο σεξ, που έχουν μούσια για να μπορώ να τα πειράζω, που έχουν μάτια που λάμπουν, ιδανικά γαλανά για να μου θυμίζουν τη θάλασσα, που είναι έξυπνοι και ευγενικοί, που κοιτάνε τους ανθρώπους στα μάτια. Γνώρισα υπέροχους ανθρώπους και κάποιους... όχι τόσο υπέροχους. Πόνεσα, έκλαψα, πλήγωσα, έφυγα. Κυρίως έφευγα, τρέχοντας, από όποιον δενόμουν έστω και ελάχιστα. Έζησα δύο καλοκαίρια που έμοιαζαν με δύο ζωές, έντονα, όμορφα. Ήμουν γεμάτη κάθε Σεπτέμβρη. Νιώθω τα πάντα και πολύ πλέον. Έμαθα να μένω μόνη, να μαγειρεύω, να φροντίζω τον εαυτό μου. Να με βάζω πάνω από όλους. Να μη συμβιβάζομαι, να απαιτώ και να μιλάω ανοιχτά.
Παλιά συνήθιζα να το βουλώνω, να λέω «δεν πειράζει» ή να γελάω, σε στιγμές που θα 'πρεπε να ουρλιάζω. Έμαθα να είμαι προσεκτική με τους εύθραυστους ανθρώπους, να ακούω με υπομονή και όχι για να απαντήσω. Έμαθα να είμαι ανοιχτή σε προτάσεις, να μη κλείνω πόρτες απλά επειδή μοιάζουν μισογκρεμισμένες, γιατί μπορεί να κρύβουν παλάτια.
Αλλαγές. 3 σπίτια, 2-3 φίλες, 2-3 αγόρια. Έχω αλλάξει πρωτίστως εγώ, πολλές φορές. Εκδρομές. 2 νέες χώρες, 4 νησιά, πολλές πόλεις. Ταξίδεψα πολύ, περισσότερο από συνήθως. Πήγαινα πέρα δώθε. Λεωφορεία, τρένα, αμάξια, πλοία.
Κοίτα να δεις. Εμένα που με βλέπεις, υπάρχουν άνθρωποι που με έχουν αγαπήσει. Το λέω με πόνο και καμάρι. Γιατί κανέναν δεν αγάπησα εγώ πραγματικά. Εμένα που με βλέπεις, μου έχουν φερθεί με τους καλύτερους τους τρόπους. Κι εγώ ανταπέδωσα σε κάποιους τους χειρότερους. Γιατί κανείς δεν μου έμαθε να δίνω αληθινά. Εμένα, τέλος, όπως με βλέπεις, δεν θα μπορέσει κανείς πια να με πληγώσει. Εγώ τους σήκωσα τους τοίχους μου, θεόρατους. Γιατί έχω δει ανθρώπους να σπάνε σε κομμάτια, που δεν ενώθηκαν ποτέ.
Από τα βασικά πράγματα που θα έπρεπε να ξέρεις για 'μένα είναι η ευκολία με την οποία χάνω πράγματα από τις τσέπες μου και ανθρώπους από τη ζωή μου. Πώς την αγαπώ τη μοναξιά μου αλλά ίσως και να θέλω κάποιον να θέλει να μάθει τι έκανα στη μέρα μου.
ΥΓ: Έλεγα πως δεν θα το ανανεώσω, ξανά, πως δεν το είχα ανάγκη. Έχω σταματήσει καιρό να γράφω. Δε θέλω να ξεχάσω ποτέ εκείνο το μικρό κορίτσι, που ήθελε απλά κάπου να ανήκει. Ανήκω στον εαυτό μου. Άργησα να με αγαπήσω. Δηλώνω υπεύθυνα και σίγουρα πως ο 15χρονος τότε εαυτός μου θα ήταν περήφανος για 'μένα σήμερα.
ΥΓ2: Μόλις 21 μέρες μετά, διέγραψα τον Σ. απ' τη ζωή μου. Μόλις 26 μέρες μετά, γνώρισα τον πλέον σύντροφό μου. Πλέον, στα 25 μου, είμαι τόσο ευτυχισμένη. Γνώρισα έναν άνθρωπο που σιγά σιγά έριξε όλους μου τους τοίχους. Και χτίσαμε μαζί καινούργιους.