“Επ.. Τι γίνεται;”
Στην αυγή της εξέγερσης,
ένα καινούριο χρώμα
δημόσια γδύνεται
138.000 διπλά αλουμινένια
κουφώματα ανοίγουν
προς ισάριθμα- και βάλε-
παράλληλα και πιθανότατα σύμπαντα-
σε μια μεγάλη στιγμή
που ενώ ξέρεις πως σύντομα
θα περάσει,
νοιώθεις οτι θα κρατήσει
για πάντα-
γιατί έχεις ήδη ξεχάσει
πόσο στεγνό ήταν,
αυτό το ένα σου σύμπαν πιο πριν.
που σε έπνιγε ολικά και οριστικά ως μοναδικό
ως ήδη και προ πολλού
ληξιπρόθεσμο.
μονολιθικό.
Και κάθε που ερωτεύεσαι ξέρεις,
αλλά νοιώθεις πως έτσι θα είναι
από δω και πέρα,
γιατί δεν γίνεται αλλιώς,
γιατί είναι όλα τόσο
εξωφρενικά αλλιώς.
γιατί έτσι απλά,
καθαρά,
μη ποιητικά και ξάστερα:
δεν είσαι μισός.
Κι ύστερα, ξεμέθυστη πια,
πάλι ξέρεις
αλλά νοιώθεις
την τρομερή βεβαιότητα,
σαν την πιο περισσοτερότερο βαρυτική απιθανότητα,
οτι δε θα εξεγερθείς ποτέ ξανά,
γιατί έχεις ήδη ξεχάσει πώς ήταν
να είσαι εκεί,
ερωτευμένη, στην αυγή
του ορίζοντα των συμβάντων,
των χιλιάδων παράλληλων
εξεγερμένων συμπάντων.
τότε όμως ήξερες.
ότι είναι η ώρα
να νοιώσεις
κι όχι να ξέρεις.
γιατί κάθε μα κάθε έρωτας θα σε ξερνά και θα σε αποβάλλει
ταυτόχρονα.
σε όλους τους χρόνους,
σε όλα τα μέρη.
ξεχωριστά,
αλλά ομόφωνα.
σε μια ατέρμονη λούπα
θα σε συναντά πάντα, τυχαία
σε ένα σκοτεινό δρόμο
που κάποτε φώτιζε
μια δήθεν ξεχωριστή αγάπη.
Με 138.000+1 ντεκαβλέ χοντρά
φορέματα
θα ντύνεται,
θα σε χαϊδεύει για νιοστή φορά στον ώμο
κι αμήχανα θα σε ρωτάει
{βίζουαλ edited reksio astronauta}