Φαίνεται κάπως παράξενο να ξεκινά κανείς γράμμα με “γειά”, σχεδόν άβολο. Αλλά εδώ δε χωράει ο μεταπολεμικός ρομαντισμός του “Αγαπητέ”, πολλώ δε μάλλον του “Αγαπημένε μου”. Οπότε θα πρέπει να αρκεστείς στο “γειά”. Όπως χρειάστηκε να αρκεστώ εγώ σε πολλά άλλα.
Ξέρεις συνειδητοποίησα ό,τι δεν έχω γράψει ποτέ το όνομά σου. Κάπως ειρωνικό, αν σκεφτείς ότι έχω γράψει αράδες για το πόση δύναμη περικλείεται σε ένα και μόνο όνομα. Κρατώντας την παράδοση, δε σε προσφωνώ ούτε εδώ, στο πρώτο σου γράμμα. Δεν αντέχω να βάλω στη σειρά τα έξι αυτά γράμματα. Εξάλλου, έχω βρει πιο δημιουργικούς τρόπους να σου χαρίσω την ίδια δύναμη. Ο πρώτος θα πρέπει να ήταν εκείνες οι άμυνες που γκρέμισα με τόση ευκολία. Μόνη μου. Μία στροφή και σαν βαριοπούλα σε γυψοσανίδα, κατέρρευσαν όλα. Χθες, με έναν κόμπο στον λαιμό (που περιστασιακά ταξίδευε μέχρι το στομάχι μου και ξανά πίσω) ξεκίνησα το ταξίδι μου. Ένα ταξίδι προς εσένα. Να ψαλιδίζω χιλιόμετρο το χιλιόμετρο την απόσταση μεταξύ μας. Όπως έμαθα, η απόσταση δεν μετριέται μόνο σε μέτρα. Απόσταση είναι αυτή η επιμονή της φυσικής να εφαρμόζεται και στα συναισθήματα. Να θέλει βίαια να μας διδάξει τον τρίτο νόμο του Νεύτωνα. "Οι δυνάμεις που ασκούνται από την αλληλεπίδραση δύο σωμάτων είναι πάντα ίσες κατά το μέτρο και αντίθετες κατά την φορά”. Απόσταση είναι κάθε παρεξηγημένη ματιά, σαν εκείνες που ξεκινάνε βεντέτες στις ασπρόμαυρες ταινίες. Απόσταση είναι τα μικρά άπειρα ανάμεσα σε πεπερασμένα εκατοστά από καρέκλα σε καρέκλα και από ώμο σε ώμο.
Θα ήθελα να τα πάρω όλα πίσω, ξέρεις. Θα ήθελα να ήταν εύκολο να σβήσω κάθε συναίσθημα που νόμιζα ότι με έφερνε πιο κοντά σε αυτό που ήθελα. Βιάστηκα να τα γράψω όλα με στυλό. Θυμάσαι εκείνα τα στυλό στο δημοτικό που μας έπεισαν ότι σβήνουν με την μπλε μεριά της γόμας; Που με παιδική αθωότητα σκίζαμε χαρτιά, προσπαθώντας να το κάνουμε να σβήσει. Κάθε φορά ελπίζαμε από την αρχή ότι το στυλό θα σβηστεί. Και κάθε φορά άνοιγαν νέες τρύπες στο χαρτί.
Θέλω να τα διαγράψω, όλα. Να με φυγαδεύσω σε ένα μέρος, όπου η σκέψη σου και μόνο δε διαλύει κάθε άκρο μου σε κομμάτια. Εκεί που δε θα διπλώνω στα δύο σε κάθε άκουσμα του ονόματός σου.
Για άλλη μια φορά, έχω πάρει έναν διττό ρόλο. Σα να αδυνατώ να είμαι ένα πράγμα μόνο. Η ύπαρξή μου ταλαντεύεται ανάμεσα στην ισορροπία ενός φύλλου χαρτιού και του πρες παπιέ. Εγώ η ίδια με κρατάω κάτω, αμετακίνητη. Κάποιες φορές, για να μη με πάρει ο αέρας που εκπνέεις με κάθε πλαστική λέξη, κάθε φυσικό γέλιο που χτυπάει έναν συκγκεκριμένο νευρώνα του εγκεφάλου μου τόσο δυνατά, που νομίζω ότι θα εκραγεί. Κάποιες άλλες για να με βυθίσω. Όλο και πιο βαθιά. Τόσο που νιώθω ξάφνου το πρες παπιέ να δένεται στον αστράγαλό μου και να μετατρέπεται σε τούβλο που με οδηγεί με τρομερή ακρίβεια στον πάτο του ωκεανού.
Στην λίστα των θέλω, προσθέτω και τα κότσια να σε κατηγορήσω αληθινά. Γιατί φταις. Φταις για κάθε κίνηση που επαναλαμβάνεται στο κεφάλι μου σαν χορογραφία, δεκάδες φορές. Για κάθε μία, είναι το δικό σου πρόσωπο κρυμμένο πίσω από τη μάσκα. Πίσω από κάθε τροχοπέδη στην πορεία μου. Και κάθε φορά αποδείκνυες ότι η φιγούρα που σου έπλασα δεν είναι αληθινή. Έβρισκες τρόπους να σπας το καλούπι που η φαντασία μου έχτιζε. Και γω; Εγώ μάζευα τα σπασμένα κομμάτια αυτού του καλουπιού και του έδινα ξανά ζωή στα όνειρά μου, πλέκοντας μία νέα πραγματικότητα. Μία που μας χωράει.
Και κάπου εδώ, μάλλον έχω κοιμηθεί αρκετά. Το βάρος της έρχεται και με ξυπνάει βίαια.
Οπότε τέρμα τα όνειρα. Δεν μου αξίζει να ζω εκεί. Ούτε σε σένα αξίζει. Ξέρεις, όταν ξύπνησα, τα νέα ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Ο ροζ ουρανός στις 6:40 και η νηνεμία της θάλασσας με παίρνουν από το χέρι και περπατάμε προς το φως. Κι αυτό απόσταση είναι — τα βήματα από το κρεβάτι μου στη θάλασσα και από τη θάλασσα προς το φως.
Εκείνο το φως που έκλεψες, που ορίζει το όνομά μου και που μου δίνει τη δύναμή μου.
Την ανακτώ αυτή τη δύναμη. Παραλληλισμό μετά από παραλληλισμό. Και είναι αστείο το πώς αυτό το κεφάλαιο άνοιξε στο μαύρο σου αυτοκίνητο και τελειώνει σε ένα άλλο, λίγα μέτρα μακριά από την πρώτη φορά.
ένα πρωί του Σεπτέμβρη έκατσα δίπλα στη θάλασσα και σου έγραψα.