Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
«Μανιάτες και Σουλιώτες, λιοντάρια ξακουστά, ως πότε σταις σπηλιαις σας κοιμάστε σφαλιστάς»
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Μάνη αποτελούσε μπεηλίκι με σχετική θεσμική αυτοτέλεια, μια ημιανεξάρτητη φόρου υποτελής ηγεμονία, υπό την άμεση δικαιοδοσία της Υψηλής Πύλης, του καπουδάν πασά. Η διοίκηση ανετίθετο σε έναν από τους καπεταναίους της περιοχής με τον τίτλο του μπέη, ο οποίος ήταν υπεύθυνος έναντι του οθωμανικού κράτους για την τήρηση της τάξεως και τις υποχρεώσεις του πληθυσμού. Οι Μανιάτες διατηρούσαν και ένα ακόμα σημαντικό προνόμιο, το δικαίωμα της οπλοφορίας, χάριν του οποίου έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέγερση του Έθνους. Εν κατακλείδι, η Μάνη, λόγω της ιδιότυπης διοίκησής της, διέθετε ικανό αριθμό από μόνιμες και ανεξέλεγκτες ένοπλες δυνάμεις υπό τις εντολές έμπειρων αρχηγών.
Τις παραμονές της Ελληνικής Επαναστάσεως τον τίτλο του μπέη της Μάνης κατείχε ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, γνωστός ως Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Παρά το γεγονός ότι οι καπεταναίοι της Μάνης (Μαυρομιχαλαίοι, Τζαννετάκηδες, Μούρτζινοι, κλπ) βρίσκονταν σε συνεχείς διαμάχες και αντιπαλότητες μεταξύ τους, ο πόθος της ελευθερίας και της αποτίναξης του τουρκικού ζυγού οδήγησε στη συνένωσή τους και στην καθολική συμμετοχή των Μανιατών στην Επανάσταση.
“Δια του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ’ όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών πίστεως και με την δύναμην του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως δια την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να διαφυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας: Α. Ημείς αι τρείς γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες και Τρουπάκηδες,… υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματα μας μια ψυχή, μια συμπνοία, μια θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον ιερό δεσμό”. (1819)
Όσον αφορά τον κατάλληλο χρόνο για την έναρξη του Αγώνα, δεν έλειπαν και οι διαφωνίες, όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Οι οικογένειες των Μούρτζινων ή Τρουπάκηδων και των Τζαννετάκηδων είχαν ταχθεί υπέρ της γρήγορης έναρξης. Αντίθετα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι συντηρητικοί πρόκριτοι της Καλαμάτας διατηρούσαν επιφυλάξεις όχι για τον αγώνα καθεαυτό, αλλά για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την επιτυχημένη έκβαση. Ένα ήταν βέβαιο, ότι λόγω της καταλληλότητας του εδάφους και της υπεροχής των Μανιατών σε δύναμη και όπλα, η Επανάσταση θα ξεκινούσε από την Μάνη.
“Είχεν ο Ρήγας την απόφασιν νά μεταβη εις την χερσόνησον του Μορέως,….προς τους αύτοθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, τους Μανιάτας, απογόνους των όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση την εμπιστοσύνη των, να κηρύξη την ελευθερίαν, και έπειτα, βοηθούμενος υπ’ αυτών, να ελευθερώσει όλην την χερσόνησον του Μορέως δια της βίας από του τουρκικού ζυγου…”.
Εκτός από τον Ρήγα, το σθένος και η φιλοπατρία των Μανιατών ήταν γνωστά και στους Φιλικούς, οι οποίοι επέλεξαν την Μάνη σαν ορμητήριο του Αγώνα και έστειλαν τον Χριστόφορο Περραιβό να ανακοινώσει στους Μανιάτες την απόφαση του Υψηλάντη για σύντομη έναρξη της επανάστασης πρώτα από την πατρίδα τους και να τους ζητήσει να μεριμνήσουν για τις απαραίτητες προετοιμασίες.
Τον Ιανουάριο του 1821 φθάνει στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η παρουσία του Γέρου του Μοριά, αλλά και του Παπαφλέσσα στη Μάνη προξένησε επαναστατικό αναβρασμό, μεγάλο ενθουσιασμό στους Μανιάτες και μεγάλη ανησυχία στους Τούρκους που διέταξαν τον Πετρόμπεη να τους συλλάβει. Ο Πετρόμπεης όχι μόνο αγνόησε τη διαταγή του πασά της Τριπολιτσάς αλλά επιτάχυνε το ρυθμό της προετοιμασίας της Επανάστασης.
Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει: “Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου (1821) οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τουρκών.”
Τις ημέρες που ακολούθησαν πραγματοποιήθηκαν δύο εξορμήσεις των Μανιατών. Μία από τους αρχηγούς της Ανατολικής Μάνης υπό τη ηγεσία των Γρηγοράκηδων προς την Μονεμβασιά και τον Μυστρά και μια από τους αρχηγούς της Δυτικής Μάνης υπό την ηγεσία του Πετρόμπεη, οι οποίοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στη Μεσσηνία και κινήθηκαν προς την Καλαμάτα. (Η Ανατολική Μάνη βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο και εκτείνεται από το Ακροταίναρο έως την σημερινή πόλη του Γυθείου και η Δυτική Μάνη βρέχεται από τον Μεσσηνιακό κόλπο και εκτείνεται από το Ακροταίναρο έως τον Αλμυρό της Μεσσηνίας).
Πράγματι την 17η Μαρτίου του 1821 συγκεντρώθηκαν στην Αρεόπολη (Τσίμοβα), στον ιερό ναό των Ταξιαρχών, οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη(είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών) και ορκίστηκαν “Νίκη ή Θάνατος”, κηρύσσοντας την έναρξη της Επαναστάσεως. Στη συνέχεια ξεκίνησαν για την Καλαμάτα ειδοποιώντας και τα λοιπά επαναστατικά στρατεύματα της Μάνης, όσα ευρίσκοντο εκτός της Αρεόπολης, να συγκεντρωθούν σε ορισμένα σημεία για να βαδίσουν όλοι μαζί προς κατάληψη και απελευθέρωση της Καλαμάτας.
Εν τω μεταξύ από τις 20 Μαρτίου είχε φτάσει στην Καλαμάτα σώμα 150 Μανιατών υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη, για την δήθεν προστασία της πόλεως από ληστρικές επιδρομές. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης συνέστησε στον Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, να ζητήσει από τον Πετρόμπεη πρόσθετες ενισχύσεις ενόπλων Μανιατών για την προστασία της πόλης. Ο Τούρκος διοικητής χωρίς να υποψιαστεί την παγίδα που στηνόταν, ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη. Αυτό ήταν το σύνθημα που περίμεναν οι καπεταναίοι που είχαν συγκεντρωθεί στις Κιτριές.
Έτσι στις 22 Μαρτίου 2.000 ένοπλοι με επικεφαλής τον Πετρόμπεη, οι Μούρτζινοι, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, οι Κύβελοι, οι Γρηγοράκηδες κ.α, συνεκστράτευσαν και στις 23 Μαρτίου εισήλθαν στην Καλαμάτα. Με τους Μανιάτες ενώθηκαν ο Παπαφλέσσας, με τον Νικηταρά και τον Αναγνωσταρά, για να είναι η ενέργεια κοινή και συντονισμένη. Ηγετική μορφή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
«Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλου σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος. Δυτική Σπάρτη 100 ήτον οι Τούρκοι μαζεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζαννετάκης με την Κακοβουλία εκκινήθη δια τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει την υποψία, επροσκάλεσαν προεστούς και δεσποτάδες και αυτοί επήγαν. Ήταν έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασιά.» Θ. Κολοκοτρώνης Απομνημονεύματα.
Ακολούθησε συγκέντρωση των οπλαρχηγών και αποφασίστηκε η συγκρότηση της «Μεσσηνιακής Γερουσίας», επαναστατικής επιτροπής που ανέλαβε την καθοδήγηση και το συντονισμό του Αγώνα. Στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη αποδόθηκε τιμητικά ο τίτλος του αρχιστράτηγου των Σπαρτιατικών δυνάμεων. Την ίδια ημέρα η Μεσσηνιακή Γερουσία εξέδωσε προκήρυξη που γνωστοποιούσε στους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης την απόφαση του Έθνους να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό και ζητούσε την συνδρομή τους.
«Προκήρυξις πρὸς τὰς εὐρωπαϊκὰς Αὐλὰς
ἐκ μέρους τοῦ φιλογενοῦς Ἀρχιστρατήγου τῶν Σπαρτιατικῶν στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και τῆς Μεσσηνιακῆς Γερουσίας τῆς ἐν Καλαμάτᾳ.
Ὁ ανυπόφορος ζυγὸς τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα αἰώνος κατήντησεν εἰς μίαν ἀκμήν, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἄλλο εἰς τοῦς δυστυχεῖς Πελοποννησίους Γραικοὺς εἰμὴ μόνον φωνὴ καὶ αὐτὴ διὰ νὰ ὠθῇ κυρίως τοὺς κρυφίους ἀναστεναγμούς των. Εἰς τοιαύτην ὄντες ἀθλίαν κατάστασιν, στερημένοι ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά μας, μὲ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα καὶ νὰ ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν τυράννων.
Πᾶσα πρὸς ἀλλήλους φατρία καὶ διχόνοια, ὡς καρποὶ τῆς τυραννίας, ἀπερρίφθησαν εἰς τὸν βυθὸν τῆς λήθης, καὶ ἅπαντες πνέομεν πνοὴν ἐλευθερίας. Αἱ χεῖρες μας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν δεδεμέναι μέχρι τοῦ νῦν ἀπὸ τὰς σιδηρὰς ἀλύσους τῆς βαρβαρικῆς τυραννίας, ἐλύθησαν ἤδη καὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τῶν τυράννων. Οἱ πόδες μας, οἱ περιπατοῦντες ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ εὶς τὰς ἐναγκαρεύσεις τῆς ἀσπλαγχνίας, τρέχουν εἰς ἀπόκτησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Ἡ κεφαλή μας, ἡ κλίνουσα τὸν αὐχένα ὑπὸ τὸν σκληρὸν ζυγόν, τὸν ἀπετίναξεν ἤδη καὶ ἄλλο δὲν φρονεῖ εἰμὴ τὴν ἐλευθερίαν της. Ἡ γλῶσσα μας, ἡ ἀδυνατοῦσα νὰ προφέρῃ λόγον ἐκτὸς τῶν ἀνωφελῶν παρακλήσεων πρὸς ἐξιλέωσιν τῶν τυράννων, κράζει τώρα μεγαλοφώνως, καὶ κάμνῃ νὰ ἀντηχῇ ὁ ἀὴρ τὸ γλυκύτατον ὄνομα τῆς ἐλευθερίας. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἀπεφασίσαμεν ἢ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν.
Διὸ παρακαλοῦμεν τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν ἐξευγενισμένων εὐρωπαϊκῶν γενεῶν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν ταχύτερον εἰς τὸν ἱερὸν καὶ δίκαιον σκοπόν μας, καὶ νὰ λάβωμεν τὰ δίκαιά μας καὶ ν’ ἀναστήσωμεν τὸ ταλαιπωρημένον ἑλληνικὸν γένος μας.
Δικαίῳ τῷ λόγῳ ἠ μητέρα μας Ἑλλάς, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ σεῖς ἐφωτίσθητε, ἀπαιτεῖ ὅσον τάχιστα τὴν φιλάνθρωπον συνδρομήν σας καὶ διὰ χρημάτων, καὶ διὰ ὅπλων, καὶ διὰ συμβουλῶν, τῶν ὁποίων εἴμεθα εὐέλπιδες ὅτι θέλει ἀξιωθῶμεν, καὶ ἡμεῖς θέλομεν σᾶς ὁμολογεῖ ἄκραν ὑποχρέωσιν καὶ ἐν καιρῷ θέλομεν δείξει καὶ πραγματικῶς τὴν ὑπὲρ τῆς συνδρομῆς σας εὐγνωμοσύνην μας.
Ἐν τῷ Σπαρτιατικῷ στρατοπέδῳ τῆς Καλαμάτας
ΚΑΙ Η ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΓΕΡΟΥΣΙΑ ΕΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ».
Στην ίδια σύσκεψη συζητήθηκαν οι επόμενες επαναστατικές δράσεις. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πρότεινε όλο το ελληνικό στράτευμα της Καλαμάτας(περίπου 5.000 άνδρες) να κατευθυνθεί προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου για να γενικευθεί η επανάσταση και να ανακοπούν οι τουρκικές μετακινήσεις από τις επαρχίες προς την Τριπολιτσά. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι Μεσσήνιοι υποστήριξαν ότι πρέπει πρώτα να ενισχυθούν οι ασθενείς επαρχίες της Μεθώνης και της Κορώνης, για να εκλείψει ο κίνδυνος για τους κατοίκους των περιοχών, «δια να μην βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς», κατά την έκφραση του Γέρου του Μοριά. Τελικά, ο Πετρόμπεης με τους πιο ηλικιωμένους προκρίτους (Καπετανάκηδες, Πατριαρχέα κλπ.) παρέμειναν στην Καλαμάτα για τον συντονισμό των επιχειρήσεων και τον ανεφοδιασμό των αγωνιστών, ενώ οι Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς προχώρησαν προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου και οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν προς τα μεσσηνιακά κάστρα.
«Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευσην, πόθεν να πρωτοκινήσωμεν τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μη βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς, εγώ δεν εστέρχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες, έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 δικούς μου εγένηκαν 300, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα». Θ. Κολοκοτρώνης Απομνημονεύματα.
Την ίδια ημέρα που απελευθερώθηκε η Καλαμάτα, υψώθηκε η επαναστατική σημαία και στην ανατολική Μάνη, στο Μαραθονήσι, μετά από συνεννόηση των Γρηγοράκηδων με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.
«Η ώρα έφθασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα είναι δικά μας, και ο Θεός του παντός μεθ’ ημών έσεται . μη πτοηθήτε εις το παραμικρόν…»