Γνώρισα κάποιον που σου μοιάζει
Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνον που σου μοιάζει;
Ήταν καλός. Ήταν εντάξει.
Ήθελε να με μάθει , λίγο.
Δεν ήθελε να εμβαθύνει.
Ήταν καλός , για λίγο.
Σου έμοιαζε εκπληκτικά!
Αλήθεια! Είχε μέχρι και το περπάτημα σου!
Όμως, δεν είχε τα μαλλιά σου.
Ούτε τα δάχτυλα σου.
Και τα μάτια του,
δεν ήταν τα δικά σου.
Όμως, ήταν ό,τι πιο κοντινό είχα σε ‘σένα.
Όμως, δεν ήθελε να έρθει να δει το σπίτι μου .
Γιατί να μην θέλει? Τον προσκάλεσα.
Ίσως ήταν κάτι παραπάνω από το λίγο;
Παραβίασα κάποιο νοητό όριο του λιγοστού άθελά μου;
Καλύτερα, θα μου πεις.
Καλύτερα που δεν ήρθε.
Τώρα δε θα χρειαστεί να του εξηγήσω για τους δίσκους σου
που είναι ακόμα απλωμένοι στο τραπέζι .
Τώρα δε θα χρειαστεί να βρω τρόπο για να τον αποτρέψω
από το να καθίσει σ’εκείνη τη γωνιά του καναπέ .
Τώρα δε θα χρειαστεί να κρύψω
το ένα από τα τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι μου.
Δε θα χρειαστεί να πετάξω την κίτρινη οδοντόβουρτσα.
Δε θα χρειαστεί να αλλάξω τις φωτογραφίες στις κορνίζες.
Ούτε να μιλήσω για εκείνα τα πόστερ ταινιών που έχω στο σαλόνι,
ταινίες που δεν είδα ποτέ.
Ούτε να πετάξω εκείνη τη γόπα απ’το τσιγάρο σου
που έχω αφήσει στο τασάκι εδώ και τόσους μήνες.
Ή για εκείνο το μπουκάλι τζιν που έχω πάνω στο τραπέζι ανοιχτό,
ενώ δε πίνω τζιν.
Δε θα χρειαστεί να να βρω δικαιολογία για να μην μείνει τη νύχτα.
Καλύτερα.
Όλα γίνονται για καλό.
Τίποτα δε θα χρειαστεί, κανένας κόπος.
Ευκολία.
Η γνώριμη ευκολία της μοναξιάς.
Κλειστό το σπίτι.
Το κλειδί στη πόρτα.
Ασφαλείς κι εγώ κι αυτός.
Ασφαλείς και μόνοι.
Κι εκείνο το καρδιοχτύπι τελικά,