Ρε παιδιά, πραγματικά, τι έγινε; Πού πήγαν οι Brando, η Marseaux, ο Dpans, ο Solmeister που ξέραμε αυτοί που μας έμαθαν τι θα πει να βγαίνει η μουσική από τα σπλάχνα, αυτοί που μας έκαναν να πιστέψουμε ότι το ελληνικό rap, pop και alternative μπορεί να είναι κάτι ζωντανό, αυθεντικό, κάτι που μιλάει απευθείας στην ψυχή; Θυμάμαι τότε, στις πρώτες εποχές, που κάθε τραγούδι έβγαινε γιατί έπρεπε να ειπωθεί, όχι γιατί “ήρθε η ώρα για σινγκλ”, που οι στίχοι έσταζαν αλήθεια, ανασφάλεια, θυμό, ρομαντισμό, τρέλα, που δεν φοβόσασταν να φανείτε ευάλωτοι ή να τα κάνετε όλα μπάχαλο. Τότε που δεν υπήρχαν budgets, σκηνικά, influencers και PR υπήρχαν μόνο στίχοι, beats και μια ανάγκη να ακουστείτε. Εμείς ήμασταν εκεί, στους μικρούς χώρους, στα underground live, που δεν υπήρχε “πρόγραμμα” και “setlist”, μόνο φωνές που έσπαγαν, σώματα που χτυπιούνταν, χέρια ψηλά και μάτια που γέμιζαν. Ήταν εκείνο το vibe που δεν περιγραφόταν, το να νιώθεις ότι ζεις κάτι αληθινό, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει και δεν θα ξαναγίνει. Και τώρα; Τώρα όλα μοιάζουν πιο καθαρά, πιο όμορφα, πιο επαγγελματικά, αλλά και πιο άδεια. Τα κομμάτια βγαίνουν με υπολογισμό, οι συναυλίες μοιάζουν με φεστιβάλ brands, οι fans δεν είναι πια παρέα, αλλά κοινό. Δεν υπάρχει εκείνη η ένταση, εκείνη η σπίθα που σε έκανε να λες “ρε φίλε, αυτοί νιώθουν ό,τι νιώθω”. Ναι, προφανώς και πρέπει να εξελίσσεστε, να μεγαλώνετε, να ζείτε απ’ αυτό, το καταλαβαίνουμε, και το σεβόμαστε. Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να μεγαλώνεις και στο να γίνεσαι προϊόν. Και αυτό το “προϊόν” το βλέπουμε πια παντού στα clips, στα lyrics, στα lives που είναι πια shows με χορογραφίες, οθόνες, effects, αλλά χωρίς ψυχή. Όλα μοιάζουν σαν να έχουν χάσει εκείνο το συναίσθημα που κάποτε ήταν το μόνο που μετρούσε. Εμείς, οι παλιοί φαν, που ήμασταν εκεί όταν ακόμα δεν ήξερε κανείς το όνομά σας, δεν ζητάμε πισωγύρισμα, δεν ζητάμε να ξανακάνετε τα ίδια. Ζητάμε να θυμηθείτε γιατί ξεκινήσατε, ποιο ήταν το “γιατί” πίσω από όλο αυτό. Ζητάμε να ξαναδούμε λίγο από εκείνη την ψυχή, εκείνη τη φωτιά που δεν καιγόταν από τα views αλλά από την ανάγκη να πείτε κάτι αληθινό. Θέλουμε τις συναυλίες που ένιωθες ότι γίνονται “για εμάς”, όχι για την κάμερα. Θέλουμε τα κομμάτια που μας άφηναν άφωνους, όχι τα tracks που απλώς παίζουν παντού. Θέλουμε να ξαναδούμε στα μάτια σας το ίδιο βλέμμα που βλέπαμε τότε, όταν το όνειρο ήταν μεγαλύτερο απ’ τη σκηνή. Γιατί η μουσική δεν είναι business· είναι σύνδεση, συναίσθημα, ζωή. Και όσο κι αν σας αγαπάμε και θα σας ακούμε για πάντα, μέσα μας υπάρχει μια φωνή που λέει: “Δεν θέλουμε άλλους εμπόρους, θέλουμε τους καλλιτέχνες μας πίσω.” Αυτούς που μας έμαθαν πως η μουσική δεν είναι να πουλάς κάτι, αλλά να δίνεις κομμάτια του εαυτού σου. Κι αυτό ζητάμε πίσω όχι για νοσταλγία, αλλά γιατί εκείνη η εποχή είχε κάτι που τίποτα τέλειο, επαγγελματικό ή viral δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει: την αλήθεια.
Ρε please όχι άλλη μαλακία, ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΙ ΕΓΩ.
Ξέρω ότι είστε υπερευαίσθητοι, ειδικά για να ακούτε εμένα, αλλά για το όνομα του θεού.
Πάμε για ένα γύρο γρήγορων απαντήσεων.
Θυμάμαι τότε, στις πρώτες εποχές, που κάθε τραγούδι έβγαινε γιατί έπρεπε να ειπωθεί, όχι γιατί “ήρθε η ώρα για σινγκλ”
Κυριολεκτικά έβγαινε κάθε Τετάρτη, γιατί ήρθε η ώρα να βγει. Ο προγραμματισμός του πότε βγαίνει κάτι, δεν αναιρεί το γιατί γράφτηκε. Και τότε και τώρα γράφουμε όποτε νιώθουμε πως κάτι πρέπει να ειπωθεί.
που οι στίχοι έσταζαν αλήθεια, ανασφάλεια, θυμό, ρομαντισμό, τρέλα, που δεν φοβόσασταν να φανείτε ευάλωτοι ή να τα κάνετε όλα μπάχαλο.
Τότε που δεν υπήρχαν budgets, σκηνικά, influencers και PR
Εμείς ήμασταν εκεί, στους μικρούς χώρους, στα underground live, που δεν υπήρχε “πρόγραμμα” και “setlist”
Ήταν εκείνο το vibe που δεν περιγραφόταν, το να νιώθεις ότι ζεις κάτι αληθινό, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει και δεν θα ξαναγίνει. Και τώρα;
Τώρα έχει ξαναγίνει, γιατί το κάναμε.
Τώρα όλα μοιάζουν πιο καθαρά, πιο όμορφα, πιο επαγγελματικά, αλλά και πιο άδεια.
Τα κομμάτια βγαίνουν με υπολογισμό, οι συναυλίες μοιάζουν με φεστιβάλ brands, οι fans δεν είναι πια παρέα, αλλά κοινό.
Τα κομμάτια πάντα έβγαιναν υπολογισμένα, οι μεγάλες συναυλίες πάντα ήταν η μία μεγαλύτερη από την άλλη, οι φανς και τώρα είναι παρέα, απλά είναι οι φανς που είναι στην ηλικία που ήσουν όταν κι εσύ έκανες παρέες στα live.
Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να μεγαλώνεις και στο να γίνεσαι προϊόν.
Ισχύει, γι' αυτό δε γίναμε. Ακόμα κάνουμε ότι γουστάρουμε.
Και αυτό το “προϊόν” το βλέπουμε πια παντού στα clips, στα lyrics, στα lives που είναι πια shows με χορογραφίες, οθόνες, effects, αλλά χωρίς ψυχή.
Χίλια συγγνώμη, δε θα ξαναχορέψει η Μαρσό που έχει πτυχίο στο χορό, για να θεωρείς ότι έχουμε ψυχή!
Ζητάμε να θυμηθείτε γιατί ξεκινήσατε, ποιο ήταν το “γιατί” πίσω από όλο αυτό.
Εδώ πλέον με έχεις ήδη εκνευρίσει, γιατί το αφηγηματάκι σου έχει παρακουράσει, οπότε πάμε σε ένα δικό μου αφήγημα.
ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΣ ΠΩΣ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΑ ΑΠΟΔΕΚΤΟ.
Το ότι εσύ θεωρείς πως ένα μεγαλύτερο θέαμα δεν έχει ψυχή, σε σχέση με τότε που μας έβλεπες να τραγουδάμε στο Death Disco,
δεν σημαίνει ούτε ότι εμείς δεν θέλουμε να το κάνουμε,
ούτε ότι μας αναγκάζει κάποιος,
ούτε ότι δεν περνάμε καλά,
ούτε ότι δεν το θέλαμε από την αρχή.
Και το ότι εσύ θεωρείς πως τα καινούρια μας κομμάτια (που τα γράψαμε πάνω σε χωρισμούς, πανικούς, και μερικές φορές την ίδια ακριβώς εποχή με εκείνη που νοσταλγείς, απλώς δεν τα είχαμε κυκλοφορήσει τότε) είναι κάπως πιο ψεύτικα,
δεν σημαίνει πως δεν σημαίνουν για εμάς όσα και τα παλιά.
Ρε παιδί μου, εδώ θεωρείς πως δεν είχαμε setlist στα παλιά μας live, για να καταλάβεις πόσο εκτός θέματος είσαι.
Σέβομαι την ρομαντικοποίηση, αλλά μπορείς να καταλάβεις πως ασκείς κριτική στη ζωή μου και τα συναισθήματα μου με βάση το πως φαντάζεσαι πως σκέφτομαι και νιώθω;
Το τι σημαίνει για μένα η μουσική και το αν έκλαιγα γράφοντας το Περσεφόνη, δεν το ξέρεις και δε με αφορά τι φαντάζεσαι, βασίζοντας την άποψη σου στο αν έγινε viral στο κωλοτίκτοκ.
Εν ολίγοις, αν είναι να παίξω το παιχνίδι των ενοχών όπως εσύ:
Ρε παιδιά, πραγματικά, τι έγινε;
Τότε, στις πρώτες εποχές, ήσασταν έτοιμοι να νιώσετε. Τώρα μοιάζετε να έρχεστε για να συγκρίνετε. Θυμάστε τα παλιά κομμάτια σαν κάτι πιο “αληθινό”, μα ξεχνάτε ότι κι εκείνα τα γράψαμε με τον ίδιο πόνο, την ίδια ανάγκη που γράφουμε και τώρα.
Απλώς τότε ήσασταν πιο ανοιχτοί να τα ακούσετε χωρίς φίλτρα.
Δεν είναι ότι εμείς χάσαμε την ψυχή, απλά εσύ σταμάτησες να την ψάχνεις. Ίσως αυτό που άλλαξε δεν είναι η μουσική, αλλά ο τρόπος που εσύ τη βιώνεις.
Οι συναυλίες μας έχουν ακόμα τα ίδια σώματα που χτυπιούνται, τις ίδιες φωνές που σπάνε, μόνο που τώρα υπάρχουν και νέοι άνθρωποι που δεν ήταν εκεί τότε και αυτό είναι όμορφο.
Εσύ δε νοσταλγείς τη μουσική μας, νοσταλγείς τον εαυτό σου τότε, όταν όλα έμοιαζαν καινούρια και ανεξέλεγκτα. Κι αυτό είναι οκ· αλλά δεν σημαίνει πως εμείς πάψαμε να είμαστε αληθινοί.
Η μουσική δεν σταμάτησε να είναι σύνδεση, συναίσθημα, ζωή. Κι αν ψάχνεις “τους καλλιτέχνες που σας έμαθαν την αλήθεια”, να ξέρεις εγώ προσωπικά δεν πήγα πουθενά.
Ίσως η αλήθεια δεν άλλαξε. Ίσως άλλαξε ο τρόπος που εσύ την αναγνωρίζεις.