Ο Ναός στην μυστηριακή γλώσσα των Σουμέριων, είναι Bar. Αυτό γιατί στα αρχαία ταξίδια μου στην Μεσοποταμία, οι γηγενείς με πήραν για θεό και εγώ τους έδειξα, πως να με λατρεύουν με 36 απίθανες συνταγές κοκτέιλ, ικανές να γεμίζουν με αλκοολική λήθη και την βαθύτερη Άβυσσο της υπαρξιακής τους αντίληψης. Τουλάχιστον για ένα βράδυ. Σε αυτούς πρώτα διηγήθηκα την Κοσμογονία, όπως την παρακολούθησα ζωντανά από τις Πύλες του Υπερπέραντος. Σε πρώτη πυλεοπτική μετάδοση.
Ο βασιλιάς των Μάγων, πρώτος επαναστάτης, έσφαξε λέει το Ερπετό του Χάους και από το αίμα του γεννήθηκε ο άνθρωπος. Είμαστε λοιπόν, γόνοι του Αρχέγονου, βαπτισμένοι όμως με το σπαθί της Φωτιάς. Ζώο και Θεός. Με Πνεύμα να ρέει στον Νου και Αίμα στον Φαλλό μας. Αυτή η παράδοξη αντίθεση, ευδοκιμεί μόνο σε ένα σημείο. Σε εκείνη την Στιγμή που το αυγό δεν είναι ούτε βρασμένο ούτε ωμό. Υπέρθεση μαγειρευτικών καταστάσεων του Αυγού.
Μελάτα του Σρέντιγκερ.
Μάτι του Κυκλώνα.
«Ω! Μελέτα...», ακούστηκε η φωνή της Σελήνης, και ευθύς αμέσως έβγαλα 4 αυγά απ’τον γιακά μου. Τα πέταξα στο Τηγάνι για αντιπερισπασμό και έτρεξα στην βιβλιοθήκη της Βαβέλ. Έμαθα ό,τι στο 6ο επίπεδο της Γνώσης, μπορείς να κατοικήσεις με μία σχετική μπουρζουαζική άνεση. Αν όμως θέλεις την Δύναμη να ανταποκριθείς στην Μάχη των Παλαιών, πρέπει να συνεχίσεις την ανάβαση προς τον Θάνατο. Γύρισα να πάρω τον εξοπλισμό ορειβασίας μου, αλλά το Τηγάνι με περίμενε έξω από το μποεμικό μου διαμέρισμα. «Καλό το κόλπο σου με τα αυγά, αλλά δεν θα ξεμπερδέψεις έτσι εύκολα. Θέλω το νοίκι τώρα!», αναφώνισε με την κοχλάζουσα λαλιά της Κολάσεως, λαλιά που τα αντικολλητικά σκεύη χειρίζονται με επιβλητική μαεστρία. Η μάχη μέχρι θανάτου με τον ενοικιαστή μου ήταν η πρώτη δοκιμασία στο ταξίδι μου.
Στα ανάκτορα της Σελήνης πέρασα ένα απόγευμα ερωτικών απολαύσεων με την βασίλισσα Ινάννα. Το βράδυ αλλάξαμε το ‘ε’ σε ‘π’ και χώσαμε ένα ‘κ’ πριν το ‘τ’, μετατρέποντας το φεγγάρι σε σοδομικό πανδαιμόνιο. Όπως έγραψε και ο μεγάλος ποιητής: «Είναι η χαρά αμέριστη σαν έρχεται από πίσω». Πριν καψαλίσει ο ήλιος τον Αμαζόνιο στο εφηβαίο μου, φίλησα στις αγουροξυπνημένες της ρώγες σταυρωτά και εξατμίστηκα γοητευτικά.
Στο δεύτερο σκαλοπάτι του Φωτός, στο γαλάζιο λιβάδι του Ερμή, κάθισα να ξαποστάσω. Γνώρισα όλα τα μυστικά της Επιστήμης, από τη νεφελώδη αμφιβολία των χορδών, μέχρι την απόλυτη Στιγμή που χρειάζεται το μοσχάρι για να βράσει. Αυτή η Στιγμή, τυλιγμένη σε ένα φυλαχτό μαζί με την Κραυγή της εξάντλησης που σου παρέχει η σπουδή του Κόσμου, κρέμεται γύρω από τον λαιμό μου σαν σκοτεινό φανάρι.
[...]
Το Τέλος είναι φτιαγμένο να προκαλεί τόσο Δέος, που τρέμουν ακόμα και οι σελίδες στα βιβλία του Όσκαρ Γουάιλντ. Δεν είναι έκπληξη λοιπόν, που έξω από την Ύστατη Πύλη, ο Κρόνος απόρησε, όταν με είδε πίσω από τον καπνό του Camel μου, να κάθομαι χαλαρός πάνω σε μια πέτρα, φορώντας τα γυαλιά μου και διαβάζοντας ένα ελαφρύ βιβλιαράκι.