Το graphic novel του Soloup «Αϊβαλί» μάς ταξιδεύει στα παράλια της Μικράς Ασίας
Σπίτια χαμηλά, χτισμένα από πέτρα και ξύλο, τα περισσότερα με σαχνισίνια. Δρομάκια στενά. Μια θάλασσα καταγάλανη. Το Αϊβαλί κρυμμένο σε μια εσοχή του Αδραμυττηνού κόλπου ζει κάπου ανάμεσα στο ήσυχο παρόν και το παρελθόν. Ένα παρελθόν με ευτυχισμένα χρόνια, αλλά και με χρόνια δυστυχίας: μικρασιατική καταστροφή, ξεριζωμός, ανταλλαγή πληθυσμών. Για την περίοδο ακμής, αλλά και για τις τραγικές στιγμές που έζησε και αυτή η μικρή πόλη της Μικράς Ασίας μιλά το graphic novel «Αϊβαλί» του Soloup (εκδόσεις Κέδρος). Τέσσερα από τα κεφάλαιά του δημιουργήθηκαν από αποσπάσματα έργων τεσσάρων Αϊβαλιωτών λογοτεχνών. (Φώτη Κόντογλου, Ηλία Βενέζη, Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη, Αχμέντ Γιορουλμάζ).
Πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, ο Soloup, έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο και είναι διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας (Πανεπιστήμιο Αιγαίου).
Το «Αϊβαλί» έχει βραβευτεί ως «Καλύτερο κόμικ 2015» και «Καλύτερο Σενάριο» στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και με το “Coup de Coeur 2016” στο 17ο φεστιβάλ Rendez-vous du Carnet De Voyage (Clermont Ferrand/ France), έχει μεταφραστεί στα γαλλικά (Stenikis) και τα τουρκικά (Istos).
Ο Soloup μίλησε στο «Πρακτορείο» για το Αϊβαλί, για το «Αϊβαλί» και για τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Πώς προέκυψε το graphic novel «Αϊβαλί»;
Αφορμή στάθηκε ένα πραγματικό μονοήμερο ταξίδι από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλίκ πριν αρκετά χρόνια. Αυτό που περιγράφεται άλλωστε και στο ίδιο το graphic novel. Οι πραγματικές αιτίες ήταν όμως πολύ περισσότερες. Η καταγωγή των παππούδων και των γιαγιάδων μου από εκείνα τα μέρη, οι σταθερές προκαταλήψεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, τα όσα ξανά συμβαίνουν στις μέρες μας… Μετά από τρία χρόνια που έχει εκδοθεί το «Αϊβαλί» ακόμα ανακαλύπτω αιτίες.
Η καταγωγή σας είναι από τη Μικρά Ασία. Ποια αίσθηση είχατε φθάνοντας για πρώτη φορά στο Αϊβαλί;
Το σοκ, πιστέψτε με, ήταν μεγάλο και πέρα από την αίσθηση ότι βρισκόμουν στα μέρη των προγόνων μου. Τα σπίτια εκεί έχουν στο μεγαλύτερο μέρος της πόλης διατηρηθεί, όπως τα άφησαν πριν σχεδόν 100 χρόνια οι Έλληνες κάτοικοί τους. Έχοντας μαζί στο ταξίδι μου και το «Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Κόντογλου και διαβάζοντας επιτόπου τις περιγραφές του, η πόλη ζωντάνεψε. Σχεδόν στοίχειωσε στο μυαλό μου από τον ανθρώπινο πόνο που συνέβη ανάμεσα σ’ αυτά τα ίδια σπίτια. Ταυτόχρονα δεν ήταν λίγες οι στιγμές που άκουσα τους ίδιους τους σημερινούς κατοίκους του Αϊβαλίκ να μιλούν ελληνικά, αφού υπήρξαν και αυτοί πρόσφυγες ανταλλαχθέντες. Κυρίως Τουρκοκρητικοί που ακόμα και σήμερα, τρίτη και τέταρτη γενιά προσφυγογενείς, καταλαβαίνουν και κάποιοι μιλούν ακόμα την κρητική διάλεκτο. Δεν ήθελε και πολύ, όπως καταλαβαίνετε, για να φτιάξουν στο μονοήμερο εκείνο ταξίδι ένα εκρηκτικό… συναισθηματικό κοκτέιλ.
Βρήκατε κάποιες ομοιότητες ανάμεσα στις δύο πόλεις; Και ποιες;
Μυτιλήνη και Αϊβαλί είναι γεννημένες κυριολεκτικά από την ίδια μήτρα. Η υπέροχη ροζ πέτρα απ’ τα νταμάρια του Σαρμουσάκ απέναντι, έχει χτίσει και τις δυο πολιτείες. Πολιτισμικά άλλωστε ήταν άμεσα συνδεδεμένες και η μια ανάσαινε με την άλλη. Ήταν κάτι παραπάνω από απλοί γείτονες. Ήταν δίδυμα αδέλφια, ίδιος πολιτισμός.
Πέρα από τόπος καταγωγής, τι είναι για εσάς η Μικρά Ασία; Πώς θα την περιγράφατε;
Σίγουρα είναι μια σκέψη μνήμης. Γράφω κάπου μέσα στο graphic novel μια προσωπική εμπειρία από τότε που υπηρετούσα φαντάρος στη Λέσβο. Έβλεπα στη σκοπιά μου απέναντι τα βουνά και σαν τα σκεφτόμουν «Τουρκία», τα ένιωθα εχθρικά, έτοιμα να έρθουν απειλητικά κατά πάνω μου. Την επόμενη όμως στιγμή, στο δευτερόλεπτο, σαν τα σκεφτόμουν «Μικρά Ασία», τα βουνά ημέρευαν, γλύκαιναν και γινόταν κάτι πολύ οικείο. Ο τόπος με τις ατέλειωτες ιστορίες που μου περιέγραφε η γιαγιά μου η Μαρία όταν ήμουν μικρός. Είναι παράξενη η δύναμη των σκέψεων πάνω στην πραγματικότητα, όπως θα έλεγε και ο Επίκτητος.
Γιατί επιλέξατε τα συγκεκριμένα αποσπάσματα από τα έργα των τεσσάρων Αϊβαλιωτών λογοτεχνών;
Όταν αποφάσισα να φτιάξω το συγκεκριμένο graphic novel, καταλαβαίνετε πως ανέτρεξα σε διάφορες πηγές και βιβλία. Τόσο ιστορικά, δοκίμια, μαρτυρίες και έρευνες όσο και στη σχετική λογοτεχνία. Επέλεξα όμως τους συγκεκριμένους λογοτέχνες και χρησιμοποίησα κάποια αποσπάσματά τους που έχουν και διάσταση μαρτυρίας, οι οποίοι καθόλου τυχαία ήταν όλοι τους Αϊβαλιώτες. Οι τρεις, Έλληνες, που έζησαν εκεί πριν την καταστροφή, δηλαδή ο Κόντογλου, ο Βενέζης και η αδελφή του, Αγάπη Βενέζη Μολυβιάτη. Από την άλλη, ένας Τούρκος, ο Αχμέντ Γιορουλμάζ, δεύτερης γενιάς τουρκοκρητικός. Τα αποσπάσματα αυτά δεν έγιναν απλά … κόμικς. Αντίθετα όλα μαζί συνθέτουν μια νέα αφήγηση, σαν παζλ, που μάλιστα συνδιαλέγονται μεταξύ τους όπως και με το σήμερα.
Πολλά από τα σκίτσα σας, στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρονται σε σχέδια και πίνακες του Φώτη Κόντογλου. Βυζαντινότροπο ύφος σε graphic novel είναι σίγουρα κάτι ασυνήθιστο. Πόσο επίκαιρο είναι αυτό το ύφος;
Όταν έχεις έναν συγγραφέα και αυτός συμβαίνει μάλιστα να είναι και επιφανής σχεδιαστής και αγιογράφος, δεν μπορείς ένα τέτοιο στοιχείο σε ένα graphic novel που συνδυάζει ακριβώς τον Λόγο με την Εικόνα, να το αφήσεις ανεκμετάλλευτο. Έτσι στο κεφάλαιο που αναφέρεται στον Κόντογλου, οι εικόνες που περιγράφει ο συγγραφέας, αποδόθηκαν με αναφορές είτε σε δικά του έργα είτε στο ευρύτερο βυζαντινότροπο ύφος του. Δυστυχώς κάποια στιγμή αυτή η αισθητική επιλογή παρερμηνεύτηκε. Ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε από την πλευρά μου ύψιστο σεβασμό στον μεγάλο δημιουργό.
Στο «Αϊβαλί» αναφέρεστε σε γεγονότα της νεότερης ιστορίας μας. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι είναι γνωστή;
Δυστυχώς όσο περνάει ο καιρός, η ιστορία περνάει στη σφαίρα της ημιμάθειας, του μονόπλευρου αφηγήματος και της πλημμελούς και ανεπαρκούς ενημέρωσης. Διαβάζουν όλοι δυο αράδες, πολλές φορές ανεξέλεγκτες και χωρίς επαρκή στοιχειοθέτηση στο διαδίκτυο ή στο facebook, και όλοι είναι έτοιμοι να σου δείξουν με αυτοπεποίθηση τον φταίχτη της ιστορίας. Μόνο που σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως «εμείς» είμαστε πάντα οι καλοί και οι αδικημένοι και πάντα οι «άλλοι» οι κακοί και οι δολοπλόκοι. Είτε μιλάμε για εσωτερικούς είτε για εξωτερικούς «εχθρούς». Μια τέτοια αντίδραση βέβαια είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Γι’ αυτό και βλέπετε να ανεβαίνουν ολοένα και πιο συχνά οι εθνικιστικοί τόνοι. Μπορεί να συζητάνε με σθένος στο διαδίκτυο για μια τέτοια άποψη ενώ θα αρκούσε μισή ή μία ώρα διαβάσματος σε ένα σοβαρό επιστημονικό κείμενο για να ψυλλιαστούν το πραγματικό μέγεθος και την πολυπλοκότητα της ιστορίας. Παρεμπιπτόντως, στη Γαλλία σε κείμενα που γράφτηκαν σχετικά με την γαλλική έκδοση του «Αϊβαλί» αλλά και κατά τις επισκέψεις μου εκεί, η διαπίστωση ήταν πως οι σημερινοί Γάλλοι αγνοούν εντελώς πως το 1922 έγινε μια τέτοια «καταστροφή» στην Ευρώπη.
Οι προσωπικές ιστορίες, όπως αυτές που αναφέρετε στο βιβλίο σας, δίνουν την εικόνα μιας εποχής; Πόσο καθαρή είναι αυτή η εικόνα;
Αν και το «Αϊβαλί» έχει στηριχθεί σε γεγονότα, μαρτυρίες, ντοκουμέντα και πληροφορίες αρχείων, δεν μπορούμε να πούμε πως η εικόνα αυτή αποτελεί την «αλήθεια». Είναι εκ των πραγμάτων μια ερμηνεία της ιστορίας και των γεγονότων. Αυτό συμβαίνει σε κάθε έντεχνο μέσο που καταπιάνεται με την Ιστορία, ακόμα και στις εργασίες των ερευνητών, όπου η θέση και η ιδεολογική τοποθέτησή τους επηρεάζει το έργο τους. Η ενασχόληση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με το παρελθόν, έχει πάντα μια σημαντική δόση ερμηνείας του σήμερα. Το ότι η «εικόνα» της ιστορίας στο συγκεκριμένο graphic novel προβάλλεται από διαφορετικές πλευρές και μέσα από προσωπικές ζωές, είναι μια οπτική διαφορετική από την «μεγάλη» ιστορία και τα εθνικά αφηγήματα. Μια οπτική που εστιάζει πέρα από τα μεγάλα «στρατιωτικά κατορθώματα», στον ανθρώπινο πόνο.
Το «Αϊβαλί» έχει μεταφραστεί στα τουρκικά. Τι υποδοχή είχε στην Τουρκία;
Νομίζω πως η συναισθηματική αντίδραση ήταν η ίδια αν όχι και μεγαλύτερη από την ήδη εξαιρετική αποδοχή που είχε κι έχει στην Ελλάδα. Ο λόγος είναι νομίζω πως το συγκεκριμένο graphic novel λειτουργεί ως καθρέφτης όπου ο ένας μπορεί να κοιτάζει στην πλευρά του και εντέλει να βλέπει απέναντι το δικό του είδωλο με τα ίδια χαρακτηριστικά: την ίδια ομορφιά και τα ίδια ελαττώματα. Μέσα από μια τέτοια αυτοκριτική διάθεση και από τις δύο πλευρές, το «Αϊβαλί» μετατρέπεται σε ένα αφήγημα ενάντια στην μισαλλοδοξία και υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών λαών, όσο ουτοπικό και αν αυτό ακούγεται σήμερα.
Το σχέδιό σας στο «Αϊβαλί» είναι φωτογραφικό και η εναλλαγή των εικόνων θυμίζει κινηματογραφική ταινία. Θα θέλατε να μεταφέρετε το «Αϊβαλί» στον κινηματογράφο;
Πράγματι νομίζω πως θα μπορούσε να μεταφερθεί η συγκεκριμένη αφήγηση και στον κινηματογράφο από κάποιον εμπνευσμένο σκηνοθέτη. Υπήρξαν κάποιες διερευνητικές προσεγγίσεις χωρίς όμως ακόμα κάτι συγκεκριμένο. Επίσης είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε μια διεθνή παραγωγή animation με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η πολιτική ένταση όμως που υπάρχει πλέον στην γειτονική χώρα, πάγωσε την ιδέα. Αναμένουμε λοιπόν. Το ενδιαφέρον πάντως είναι πως κάποια αποσπάσματα του «Αϊβαλί» έχουν ήδη μετατραπεί σε θεατρικές παραστάσεις σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, κυρίως από ερασιτεχνικούς θιάσους, και λειτούργησαν άψογα.
Ο Ταξιάρχης στο Μοσχονήσι
Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία που έχει να επιδείξει το Αϊβαλί είναι η εκκλησία του Ταξιάρχη στο Μοσχονήσι. Είχε μείνει για δεκαετίες εγκαταλειμμένη, αλλά πρόσφατα αναστηλώθηκε και έγινε μουσείο. Όμως, οι τοιχογραφίες συντηρήθηκαν σωστά; Τα εκθέματα του μουσείο, που έχουν σχέση με την τεχνολογία, έχουν κάποια αξία;
Όπως λέει ο Soloup «είναι πραγματικά μια λυπηρή, κακόγουστη περίπτωση αναστήλωσης. Και θα έλεγα εμπαθής που προσβάλλει την «αλλόθρησκη», χριστιανική ιστορία του κτιρίου. Νομίζω πως το συγκεκριμένο μνημείο στο μέλλον πρέπει να αποκτήσει πραγματικά την αξία που του αρμόζει, πρώτα απ’ όλα για τους ίδιους τους σημερινούς κατοίκους της πόλης. Να ξηλωθούν αυτές οι απαράδεκτες «τοιχογραφίες», δήθεν αγιογραφίες, που δεν έχουν καμιά σχέση με τις αυθεντικές που υπήρχαν στη θέση τους. Ακόμα να φύγουν όλα αυτά τα «παιχνίδια» που εκθέτονται – θα τους ταίριαζε καλύτερα να εκτίθενται σε ένα σύγχρονο κτίριο και όχι σε έναν ναό-. Έτσι ο Ταξιάρχης από την στιγμή που δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ιερός χώρος, θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν χώρο τέχνης και πολιτισμού. Με εκθέσεις ζωγραφικής και συναυλίες κλασσικής ή άλλης μουσικής. Αλλά δυστυχώς στις μέρες μας κάτι τέτοιο ακούγεται επίσης ουτοπικό».