Ο άπιστος
ώρα 2 το βράδυ
Γυρνούσα από μια βόλτα με τη παρέα
Μπαίνω στο ασανσέρ,αλλά ακούω ομιλίες από τη σκάλα
βγαίνω απο το ασανσέρ και ανεβαίνω απο τις σκάλες.
φτάνω στον όροφο μου,στον 4ο και πλέον οι ομιλίες έχουν γίνει ψίθυροι
Η περιέργεια μου με έχει φέρει πολλές φορές σε κίνδυνο,όποτε αποφασίζω να μπω στο σπίτι
Βάζω κλειδί στη πόρτα
΄Γωγω;΄
Ο κύριος Αλέκος στεκόταν μερικά σκαλιά πάνω
‘Κύριε Αλέκο,τι κάνετε εδω τέτοια ώρα;΄
‘Ξεσκαω κορίτσι μου’
Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως οι φωνές που άκουσα ήταν του κυρίου Αλεκου που μίλαγε …στον εαυτό του.
1μιση χρόνο πριν,έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό και άρχισε να τα χάνει
3 μήνες μετα έπαθε και το δεύτερο το οποίο τον αποτελείωσε
Θυμάται τα πάντα αλλά τίποτα το οποίο βγαίνει απο το στόμα του δεν συνάδει με την ανθρώπινη λογική.
Μια νοσοκόμα μένει μαζι του εδω και 1 χρόνο,αλλά όποτε αυτή κοιμάται αυτός βρίσκει πάντα τρόπο να το σκάει.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορα,που εκείνη κοιμήθηκε επίτηδες πανω στο κλειδί της πόρτας και εκείνος,αρνούμενος να μείνει μέσα έδενε σεντονια όλο το βράδυ για να κατέβει απο το μπαλκόνι…του 5ου.
Πλέον δεν τον εμποδίζει. Συνήθως ή γυρνάει μόνος του ή κάποιος της γειτονιάς τον βρίσκει και τον γυρνάει πίσω.
‘κύριε Αλεκο,γυρίστε πίσω ειναι αργά’
‘δεν μπορώ να πάω πίσω Γωγουλα μου,δεν μου αρέσει στο σπίτι’
‘Μα τι λέτε; Το σπίτι ειναι το καταφύγιο του κάθε ανθρώπου,ειναι ο χώρος του.’
‘προχθές σε άκουγα που τραγουδούσες πάλι εκείνα τα εγγλεζικα.Δε σταματάς λεπτό μικρή μου δεσποινίς’ ,χαμογέλασε και το χαμόγελο μετράπηκε σε γέλιο μερικών στιγμών
‘Δεν ήξερα πως ακούγεται τόσο,θα σταματήσω να σας κουφαινω με τη σκύλο φωνάρα μου’είπα απολογητικά
‘δεν με πειράζει το τραγούδι σου μάτια μου,μόνο το κλάμα σου με πειράζει’
‘τι?’
‘τη προηγούμενη Τρίτη άκουσα ήχους άσχημους,ήχους πονεμένους.Προσπαθουσα ώρα να καταλάβω τι συμβαίνει μέχρι που κατάλαβα πως οι ήχοι ήταν της ψυχούλας σου της πονεμένης.Εχω περάσει και εγώ καρδούλα μου πολλά βραδιά που τα δάκρυα μου θα μπορούσαν να ξεδιψάσουμε τον κόσμο όλο.Μην τους δίνεις τη χαρά.’
‘Σε ποιους;’
‘Σε αυτούς’ είπε και κοίταξε γύρω πανικόβλητος
‘Ηρεμήστε κύριε Αλέκο,πηγαίνετε να κοιμηθείτε και εγώ σας υπόσχομαι πως δεν θα τους ξανακάνω τη χάρη να κλαψω’
‘νομίζεις πως ειναι λόγια ενός τρελού αυτά ε;Νομίζεις πως είμαι τρελος;’
‘οχι κύριε Αλ- ‘
‘ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ.14 ΤΑ ΕΧΩ.Αυτοί με κυνηγάνε. ΚΑΙ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ.’
‘ΠΟΙΟΙ ΑΥΤΟΙ ΚΥΡΙΕ ΑΛΕΚΟ?’
‘Σου είπα’
‘Μα δεν ειναι κανείς εδω’
‘πάντα είναι εδω μάτια μου.Τα δαιμόνια.Τα λάθη μου ,τα πάθη μου,κάθε άνθρωπος που πίστεψα και με πρόδωσε.Μην πιστεύεις κανέναν μικρή μου.Κανενα Θεό,καμία φύση κανέναν άνθρωπο. ΑΠΙΣΤΙΑ.Αυτη ειναι η λύση κορίτσι μου.Αυτη ειναι η λύση.Μονο έτσι θα γλιτώσεις.Για μένα,δυστυχώς ειναι αργά.
‘πηγαίνετε για ύπνο κύριε Αλέκο και θα συζητήσουμε με το φως της μέρας.’
‘Δεν ξέρω αν θα είμαι εγώ αυριο Γωγουλα’
‘τι εννοείτε?’
‘καληνύχτα κορίτσι μου.’
Στον 17χρονο εαυτό μου αυτά ήταν λόγια ένος τρελαμένου.
Χρόνια πέρασαν που πίστεψα και στο Θεό και στους ανθρώπους.
Χρόνια πέρασαν που δεν ακολούθησα τη συμβουλή του.
Θυμάμαι πλέον αυτόν τον άνθρωπο όπου πριν 7 χρόνια στη κηδεία του,έκλαψα σαν να έχανα το αίμα μου και καταλαβαίνω πως η λέξη τρελος δεν του άξιζε. Εμείς όλοι ήμασταν τρελοί.Εμεις όλοι είμαστε τρελοί.
Εμεις που πιστέψαμε.

















