Χ.
Όταν: σύνδεσμος χρονικός, που υποδηλώνει όλα εκείνα τα χρονικά πλαίσια που έζησα μαζί σου. Όταν διασχίζαμε την Αλεξάνδρας και καθώς περιμέναμε το φανάρι να μας δώσει το σήμα του για να προχωρήσουμε, κοιτούσες το ρεύμα των αμαξιών προς τα δεξιά κι εγώ κοιτούσα το όμορφο προφίλ σου, με τον λευκό λαιμό στραμμένο αντίθετα από τη πλευρά μου. Σκεφτόμουν πόσο όμορφη φαίνεσαι στα μάτια μου και αναρωτιόμουν αν καταλάβαινες έστω και με την άκρη του ματιού σου πόσο έντονα είχα ρίξει το βλέμμα μου επάνω σου. Ήταν η τρίτη ή τέταρτη φορά που ξυπνούσες στο κρεβάτι μου και όμως ένιωθα σα να’ναι η πρώτη, σα να’ναι πάντοτε η πρώτη φορά μαζί σου. Όταν στο όνειρό σου μου είπες πως “γνωριστήκαμε σε ένα διάλειμμα του χρόνου.” Και ήταν πραγματικά η γνωριμία εκείνη μια παύση. Παρά τον κόσμο, τη μουσική, τα φώτα, το μόνο που θυμάμαι όταν φέρνω στο νου μου ξανά και ξανά την πρώτη φορά που σου μίλησα, είναι ησυχία. Σα να’χαν ξεθωριάσει τα πάντα γύρω σου και γύρω μου κι άκουγα μόνο τη λεπτή φωνή, τη φωνή εκείνη που δε γνώριζα τότε πως θα ανυπομονούσα να ακούω κάθε βράδυ πριν ξαπλώσω. Όταν γυμνή δάκρυζες επάνω στο σώμα μου. Ήθελα να μπω ολοκληρωτικά μέσα σου, να μην σε αφήσω να φύγεις, να σου ψιθυρίσω όλα αυτά που αισθάνομαι με έναν ψίθυρο εκκωφαντικό που ίσως να σε έκανε να τρομάξεις κι εγώ δε θέλω να σε τρομάξω. Έτσι πάντα σε αφήνω να φύγεις, με την ελπίδα πώς πάντα θα γυρνάς σ’εμένα, για όσο. Όταν ακούω το Strong Hands και φαντάζομαι τα δικά σου χέρια, τα τόσο λεπτά με τις έντονες φλέβες και αρθρώσεις, να με ακουμπούν, να χαϊδεύουν, να εισχωρούν, να χτυπούν, να κάνουν κάθε σου σκέψη μια πράξη επάνω μου. Τα χέρια εκείνα που όταν σε γνώρισα, άγγιζα τυχαία κάθε φορά που σου ζήταγα καπνό και μου τον έδινες, τα χέρια που κρατάω όποτε περπατώ δίπλα σου, τα χέρια που μου’χουν φτιάξει καφέ, που μου βγάζουν τα μαλλιά από το πρόσωπο, που με τραβούν λέγοντάς μου “πρόσεχε” στον δρόμο. Μου λείπεις. Μου λείπει κάθε φορά που σε είχα δίπλα μου, οι μικρές οι πιο ασήμαντες ίσως φορές που δε πρόσεχες καν πόσα χαμόγελα μου προσέφερες, απλά με το να ξαπλώνεις δίπλα μου. Μου λείπει η μυρωδιά σου, το να γυρνάω πλευρό και να σε αγκαλιάζω, μου λείπουν τα λερωμένα σκεπάσματα, όταν με ρωτάς “τι σκέφτεσαι τώρα;” και το τσάι του βουνού. Θα ήθελα μόνο να σου πω πως όσο κι αν πιστεύεις - με τη γλυκιά αφέλεια που σε συνοδεύει - πως έχεις “εκτεθεί,” κάθε φορά που μοιράζεσαι τα συναισθήματα σου κι εγώ μένω σιωπηλή, διαλύομαι. Είσαι το πρόσωπο και η φωνή με την οποία θέλω να ξυπνάω και να κοιμάμαι. Σε περιμένω…













