Είχε πείσμα εξωτικό ο Οδυσσέας
τα βαζε με τα μουλάρια στο χωριό
και με τον κόσμο όλο τα βαζε εδω που τα λεμε
μόνο στον παππού του που ήταν γραμματιζούμενος
τ’όνομά του το πήρε από το νονό του, που τον χασαν ξαφνικά στη Σπάρτη-δι’αγνώστου αιτίας-
κι ας ντρεπόταν για τη μάνα του που δεν ήξερε να γράφει
όταν κατάλαβε πως έχει μυαλό μικρού παιδιού η μάνα του, χτυπούσε το κεφάλι του στο ντουβάρι
της αυλής, τσιμουδιά η γειτονιά
αχ η κυρά Μαρίτσα, αφελής κι αγαπησιάρα πτης άρεσε να λέει το φλυτζάνι στις γειτόνισσες
Ξακουστή ήταν η κυρά Μαρίτσα σε όλο το περιστέρι και τα περίχωρα
εμένα καμιά φορά μου λεγε
πως περπατούσε λέει και βροντούσε η “γης”
“Για μένα παιδάκι μου τρεις αυτοχτονήσανε αλλά εγώ αγαπούσα τον παππού σου που με έκλεψε στον πόλεμο”
Κι από μικρό παιδί ο Σάκης, -του το χαλάσανε και το ομηρικό του όνομα- έμελλε να φέρη βάρη
που δεν αρμόζουν σε παιδιά
από μικρός πολύ ήτανε μεγάλος, με πολλές ευθύνες
Πιλότος ήθελε να γίνει, ανθυπολοχαγό τον πήραν στη Γρανίτσα
λυπόταν τους φαντάρους και τους άφηνε στη λούφα τους
κορόιδευε τους στρατηγούς που έρχονταν για έλεγχο
κι έκανε παρέα με τον μάγειρα και τον δάσκαλο του χωριού
Αμέτι μου χαμέτι μου το είχε να μάθει γράμματα
κι ο πατέρας του τον κηνυγούσε να βγάλει μεροκάματο
δεν φτάναν οι τρεις κι εξήντα που εβγαζε στα λεωφορεία
μέχρι και εισπράκτορα τον έκανε τον Σάκη
μετά τον έβαλε, δεκα χρονών παιδί, να δουλεύει μέσα στο μπαμπάκι
στου παπλωματά στη πλατεία Μπουρναζίου
πάνω κάτω πήγαινε με το καρότσι μέχρι τον Κολωνό και πίσω
κι αν τυχαινε να αργήσει με την αδερφή του το μεσημερι από το σχολείο
μάυρο ξύλο τον περίμενε με την δερμάτινη ζώνη του πατέρα
δεν το βαζε κάτω ο Οδυσσέας
μια μέρα, θα ταν δεν θα ταν δεκατριών χρονών, πήρε στα κρυφά την κούρσα του θείου του του Νότη, χαμπάρι δεν πήρε ο Νότης, κι έτσι έκανε όποτε μπορούσε κι έβγαζε βόλτα τις φιληνάδες του
μέχρι που μια μέρα τράκαρε την κούρσα ο Οδυσσέας σε ένα δέντρο κι είχε φτάσει πια τα δεκαοχτώ κι έφυγε άρον άρον για την Κόρινθο να παρουσιαστεί φαντάρος, μήτε μαντήλι κούνησε στη μάνα του, άφνατος έγινε ο Σάκης
Θείος και πατέρας τον κηνυγουσαν σε όλη την Αθηνα να τον βρουν, εξαφανίστηκε το παιδί να γλυτώσει
Τις νύχτες πήγαινε στο κουζινάκι που ήταν ξέχωρο πέρα στην αυλή, να διαβάσει
ηλεκτρικό δεν είχανε, επαιρνε μια λάμπα υγραεριου ή καμιά φορά τον βοηθούσε το φεγγάρι
έτσι έβγαλε το νυχτερινό σχολειό ο Οδυσσέας
κι ύστερα έβαλε στο νου του να σπουδάσει
να μη τρώει καρπαζιές από τα αφεντικά
αντίθετος ο πατέρας του με τις σπουδες του Σάκη
αφου χρειαζόταν τα δίφραγκα του παπλωματά
του είπε πως αν φυγει για τα ξένα να σπουδάσει να μην ξαναγυρίσει
δεν είχε δραχμή κι ωστόσο έφυγε για τη Γερμανία μαζί με το φιλαράκι του τον Σταύρο
και τον πρώτο χρόνο έσπρωχνε λάστιχα Uniroyal για να βγάλει το νοίκι
μ’αυτό το πείσμα έβγαλε το Πολυτεχνείο κι έγινε βοηθός καθηγητή στη Γερμανία
κι έστελνε του πατέρα του λεφτά και του έγραφε γράμματα γλυκά
δέκα χρόνια έλειπε ο Σάκης
και γύρισε έκανε οικογένεια, γηροκόμησε την κυρά Μαρίτσα και τον μπαρμπα Γιώργο
μεγάλωσε τώρα, δεν τον βαστάει η μέση του
όλα ήξερε να τα μαστορεύει όλα
λες και τα κατσαβίδια βγήκαν από τα χέρια του Οδυσσέα
και σήμερα δεν τη σηκώνει την ανημπόρια του
εβδομήντα δύο φέτος με πολλά τσιγάρα και φιλενάδες που περάσανε
αμάξια που χαλάσανε και τους άλλαξε τα φώτα
ταξίδια στη νότια Γαλλία και στις Άλπεις
τα μεσημέρια θυμάται τις αστείες ιστορίες στη Γρανίτσα
το πρωί πίνει νερό για τον τον αξονικό τομογράφο να ελέγξει τ’ανευρίσματα
κι ύστερα παει μέχρι την πλατεία να συναντήσει τους φίλους του
περνάει η ζωή, περνάει η άτιμη
ελπίζω να την πρόλαβες μπαμπά