( ∫ )
Απλός σκιοβάτης στο λεωφορείο με πορεία κάποιον εβδομαδιαίο, μάταιο στόχο. Δίπλα μου ο Σι που έχει έναν αόριστο τρόπο να προσελκύει την αγάπη του κόσμου. Τον θαυμάζω.
Στα φώτα της μέρας, στις όποιες σκιάσεις αντιφεγγίζει ένα πρόσωπο στην οθόνη μου και στιγμιαία δεν το αναγνωρίζω.
Παρατηρώ λεπτομερώς τα ταλαιπωρημένα μάτια, τις ρυτίδες και τις άσπρες τρίχες που ως εισβολείς δείχνουν έτοιμοι να κατακτήσουν το έδαφος. Δεσμεύω το παιδί μέσα μου, αλλά πλέον βαθιά κρυμμένο δεν μπορεί να ελευθερωθεί και αποτελεί φυσιολογικό, σε αυτή τη ζωή τουλάχιστον.
Η παραίσθηση αυτής της στιγμής που τρέχει και χάνεται στον μελαγχολικό ορίζοντα είναι πέρα για πέρα άδικη. Τα όνειρά μου είναι τόσα πολλά σε σχέση με τον χρόνο που μάλλον απομένει. Εν τω μεταξύ ανόητα σπαταλώ αρκετές ώρες σκεπτόμενος την ολοκληρωτική προσέγγιση και το οργανωμένο χάος.
Σαν μια νότα κάθομαι μακριά από το παράθυρο, μέχρι ν’ακουστεί κάποιος βαθύτερος σκοπός. Εδώ θα είμαι, ίσως κάποτε ενωθούμε. Να γνωρίζετε πως,
τις νύχτες πέφτω από τον ουρανό και γίνομαι η κοντινή σκιά έξω ακριβώς από το σπίτι. Μόνο μου μέλημα, να θυμίζω στο φως πως καρτερώ τον ερχομό του.
Στις σκοτεινές οδούς λοιπόν σας συναντώ, στα απομακρυσμένα άλση εναποθέτω όλες μου τις δυνάμεις για μιαν έκλαμψη.
Η. Κρούσος/ μικρές ελεγείες
4/4/2026
Κατάκολο











