Από που κλείνει ο διακόπτης με τα συναισθήματα;!

Discoholic 🪩
Monterey Bay Aquarium
hello vonnie

if i look back, i am lost
macklin celebrini has autism
Mike Driver
Keni
Three Goblin Art
Not today Justin

tannertan36

Kaledo Art
Alisa U Zemlji Chuda
dirt enthusiast
Game of Thrones Daily
Claire Keane

⁂

JBB: An Artblog!

shark vs the universe
$LAYYYTER
noise dept.
seen from United Kingdom

seen from Venezuela
seen from Palestinian Territories

seen from Türkiye
seen from Venezuela
seen from France
seen from United States

seen from Brunei
seen from United States

seen from United States

seen from Angola

seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from Saudi Arabia
seen from United States
seen from United States
@perfect-unknown-bouquet
Από που κλείνει ο διακόπτης με τα συναισθήματα;!
I read a quote which said: if it doesn't serve a purpose or bring you joy or maybe both ,then you should really need to get rid of it. And that's exactly what I did. With my ex.
Fucking learn something today!
This quarantine got me thinking about life more than usual.
No matter how many people are next to you, you will always miss the ones that are inside you.
#not_for_granted
what’s up, Y’all, don’t forget to show up to your local Climate Strike tomorrow
fridaysforfuture.org
IF WE USED TO BE FRIENDS AT SOME POINT DON’T BE SCARED TO HIT ME UP AND ASK TO HANGOUT BC MOST LIKELY I MISS U SO MUCH AND WANNA SEE U
Absence makes the heart grow stronger and my heart is super saiyan level from missing you
The liberation of Paris, 25 August, 1944, photo by Pierre Jahan.
Our hearts are breaking today over the destruction of Nôtre Dame de Paris.
© Pierre Jahan / Roger Viollet
i literally have no words for this, this breaks my heart.
via velvetcoke on instagram
Notre-Dame de Paris
And there was nothing they could do, as they watched their hopes and dreams burn, their faith in a future worth exploring, crushed under the weight of a burning spire.
Oh, Our Lady of Paris. We mourn your burning. May your bells ring again some day.
April 15th, 2019
-AG
En fait je suis surtout triste pour tous ces personnes qui n’auraient jamais la chance de voir cette incroyable œuvre d’art en vrai.
Για εκείνη την καθηγήτρια μου εκει εξω που μας ανάγκαζε να κάνουμε εργασία.
Σε μια άλλη ζωή θα βρισκόμασταν σε μια ταράτσα τα ξημερώματα πίνοντας μπύρες γελώντας στην ιδέα ότι σε μια άλλη ζωή μπορεί να είμασταν χώρια.
Μου χρωστάς μια μπύρα..
Μου χρωστάς μια βόλτα..
Μου χρωστάς ένα ξημέρωμα μαζί σου..
Μου χρωστάς ένα συγγνώμη
Εσείς τι χρωστατε?
Μου χρωστάς δέκα ευρώ τσιγάρο και ένα ξεχασμένο σουτιέν ΜΑΛΑΚΑ
Μου χρωστάς ένα αντίο.
Μου χρωστας την καρδια μου.
δε μου χρωστας τιποτα απολυτως οτι αφησα πισω στα χαρισα δε θελω τιποτα.
μου χρωστάς 2 χαμένα καλοκαίρια καριόλα
Μου χρωστάς ενα βραδυ
Μου χρωστάς 6 μήνες 🌙
Μου χρωστάς τη φιλία μας.
Μου χρωστάς 2 μήνες και τις χνουδωτες μου κάλτσες.
σου χρωστάω τη ζωη μου γιατί διαολε , αφότου σε γνώρισα άρχισα να ζω
σου χρωστάω τα πάντα,γιατί μου έμαθες τα πάντα.
μου χρωστάς εμένα
μου χρωστας τη καρδια και τη ψυχη μου, το χρονο και τα δακρυα μου
μου χρωστάς μια βόλτα στην άνω πόλη
μου χρωστας να χαμογελας
Μου χρωστάς μια εξήγηση
Όλα μου τα χρωστας
Ενα συγγνώμη μαλάκα
8 μήνες αυτοκαταστροφής και μια συγγνωμη ρε καριολη
σου χρωστάω αλήθειες ..
και απο ενα τετοιο ποστ καταλαβαινεις τους ανθρωπους εκεινους που το εζησαν στα ακρα και εκεινους που το εζησαν εκ του ασφαλους, εκεινους που πληγωθηκαν και επεσαν και εκεινους που πληγωθηκαν και ανεβηκαν, εκεινους που γυριζουν στο παρελθον και εκεινους που κοιτανε μπροστα
λοβ ρε μαγκες
Δε μου χρωστάς τίποτα, αλλά θα μαρεσε να πηγαίναμε μια βολτα
μου χρωστάς εκείνη την αγκαλιά
Πονάω για όλους σας……..
Μου χρωστάς πολλά και το ξέρεις.
Μου χρωστάς μια ειλικρινή απάντηση, καριολη.
Μου χρωστάς τα όνειρα μας ..ή την πλάνη τους. Μου χρωστάς μόνο αυτό ..και αφού δε είσαι εδώ. Μου χρωστάς και την απουσία σου. Αλλα αντε γαμησου. Αυτο στο χρωστάω εγώ.
Μου χρωστάς δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα
Μου χρωστάς τα πάντα και τίποτα.
μου χρωστας 3 χρονια 2 μηνες και 27 μερες από τη ζωη μου
Μου χρωστας πολλα ρε μαλακα αλλα κυριως την αγαπη
Μου χρωστάς ένα φιλί
Μου χρωστας μια τελευταια αγκαλια :(
Μου χρωστάς ένα τσιγάρο.
Μου χρωστάς ένα “θα ρθω κάποια μέρα να σε βρω”
Μου χρωστάς μπυυυρες,πολλες μπυρες
Μου χρωστάς εκείνο το βράδυ.
Μου χρωστάς όσο καιρό χαράμισα.
Μου χρωστάς πολλά.
Σου χρωστάω δυό κουβέντες ρε.
Σε μια αλλη ζωη θα ηξερα την κοπελα που εκανε το ποστ απο τα 5 μου και θα ημουν χαρουμενη γιαυτο
Μου χρωστας ξεκαθαρες απαντησεις
Μου χρωστάς 10 ευρώ
Χρωστάς λίγο γαμημενο ενδιαφέρον
Freestyle στις 2:17πμ
Λίγα χρόνια πριν ήξερα την μικρή Ελευθερία, Ένα ξεχωριστό κορίτσι, που μενε στην διπλανή γωνία Πανέμορφη καλόγουστη, με στεφάνια στα μαλλιά, Απ την ομορφιά της ξεχώριζαν πιότερο τα δικά της τα μυαλά. Η Ελευθερία ήταν κοπέλα ολόκληρη, έμενε Αθήνα Κι έκανε παρέα έξω απ την Βουλή με τα παιδιά εκείνα Με τις σημαίες, τα πανό και τα μαύρα ρούχα, Οι περαστικοί την ρωτούσαν πάντοτε τι έκανε εκεί με τούτα: “Εσύ είσαι από καλή οικογένεια, τι κάθεσαι εδώ; Το χρόνο σου χάνεις με αυτούς τους αλήτες φύγε από ‘δω” Η Ελευθερία όμως δεν άκουγε και κουνούσε το κεφάλι Ήτανε μοναδική δεν την ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι. Χαμογελούσε στους αλήτες και το πρόσωπό της έλαμπε Μέσα στα δικά τους τα πιστεύω το μυαλό της έχανε. Τα βιβλία τους δανείζονται και χαμόγελα τους χάριζε Τους άφηνε και γυρνούσε σπίτι πάντα αφότου χαράζε. Στα Εξάρχεια θα έκοβε βόλτες λίγα χρόνια αργότερα Και για εκείνους τους αλήτες μάθαινε ακόμη περισσότερα. Η Ελευθερία ξεγλυστρούσε απ το σπίτι κάθε βράδυ, Μα λίγα χρόνια αργότερα γνώρισε από κοντά τον Άδη Στη μέση μιας διαδήλωσης είχε σηκώσει το πανό της Και οι φίλοι της της φώναζαν να φύγει από κει για το καλό της. Η Ελευθερία όμως δεν άκουγε, ήθελε τον κόσμο όλο να αλλάξει Και με γοργά βήματα κατάφερε στην μπροστινή σειρά να φτάσει. Τα δακρυγόνα έπεφταν βροχή κι εκείνη κρατούσε το ηθικό της Μα τι κρίμα όμως, για κακό της, Εκείνη την ώρα περνούσε το τανκ να ρίξει την πύλη Και ένα ουρλιαχτό ξέφυγε απ της Ελευθερίας τα χείλη Το τανκ την ισοπέδωσε και το δρόμο με αίμα έβαψε Το πανό απ τα χέρια της κάτω έπεσε. Τα στεφάνια στα μαλλιά της βάφτηκαν στο χρώμα του αίματος Και η Ελευθερία έδωσε την ζωή της γα την εξάλειψη ενός ψέματος. Το πανό της κείτεται ακόμη κάτω, Κι άμα ποτέ θελήσεις να το διαβάσεις, εδώ είναι, να το. Το μήνυμα είναι ακόμη υπαρκτό, Και παρόλο που η Ελευθερία δεν είναι πια εδώ, Άνθρωποι γύρω μας παλεύουν ακόμη τρία απλά δικαιώματα να διεκδικήσουν, Άνθρωποι σαν την Ελευθερία που δεν είχαν τίποτε να χάσουν, ούτε να κερδίσουν.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία, Μιας κοπέλας, που πέθανε για ψωμί, παιδεία, κι ελευθερία.
Μαρία Πολυδούρη / Ανεπίδοτη επιστολή
Ἀγαπητοὶ φίλοι! Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν! Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.
Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της; Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί… Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα… Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε… - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι… Ἀπόκληροί της ἀντίληψης… Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε… Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα… ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἐαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου… Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο… Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη… εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια… Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη… Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ… νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα… τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου… νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν… νὰ ἰδῶ… νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου… Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν…
Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη… Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια… Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν… Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη. Μὲ ἀγάπη Μαρίκα Πολυδούρη