εκεί που συνήθιζα να γελάω σαν παιδι,
τις νύχτες που καμιά γωνιά του κόσμου δεν με χώραγε,
σε εκείνο το μέρος λοιπόν , απόψε,
Στο σπίτι που συνήθιζα να ονομάζω σπίτι μου.
Στον άνθρωπο που συνήθιζα να αποκαλώ δικό μου.
Δεν μου άνοικε τίποτα πια.
αυτός που θα ‘πρεπε να ‘ναι ένα μαζί μου,
ακόμη και αυτός σταμάτησε να με αναγνωρίζει.
Και περνούσαν από μπροστά μου σκιές,
φλασιες,από γέλια και χαρές σε εκείνο το κρεβάτι,σ’εκείνη την κουζίνα,το χολ,το σαλόνι.
Σ’εκείνο το στήθος,τον γοφό,τον μηρό,το στέρνο .
που δεν είχε σημασία τίποτα άλλο
και γιατί να είχε άλλωστε;
Δεν είναι η πρώτη φορά που με διώχνουν από κάπου,
αλλά είναι η πρώτη φορά που δεν το περίμενα.
Δεν είχα φυλαγμένο ασσο στο μανίκι μου βλέπεις,
επέλεξα να σου δωθω ολοκληρωτικά -άνευ όρων,
εφόσον μ’είχες πείσει πως άξιζε το τίμημα.
μέχρι που σταμάτησες να ‘σαι.