Γράφει ο Δημήτρης Ντούρλιας:
Συγγραφέας: Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη
Ηλεκτρονική έκδοση και ηλεκτρονική διάθεση από την συγγραφέα
Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη είναι από τις περιπτώσεις συγγραφέων που όταν έρχεσαι σε επαφή με το έργο της, δεν το ξεχνάς. Έτσι είχε γίνει και σε εμένα πριν κάποια χρόνια που είχα διαβάσει το μυθιστόρημά της, “To πορτραίτο”, για το οποίο άποψη υπάρχει στην ομάδα μας. Είχε όμως προηγηθεί σε έντυπη μορφή το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, “To ραντεβού” από τις εκδόσεις Αγγελάκη, το οποίο είχε από τότε κάνει εντύπωση σε όσους το απέκτησαν. Εγώ το διάβασα στην αναθεωρημένη έκδοσή του σε ηλεκτρονική μορφή και ομολογώ πως απόλαυσα κάθε λεπτό της ηλεκτρονικής αυτής εμπειρίας.
Η συγγραφέας παρουσίασε εκτός από το βιβλίο της και μία πλήρη λίστα τραγουδιών που μπορεί να παίζει στο backround όσο διαβάζει κανείς το βιβλίο. Αυτό έδωσε πραγματικά μία άλλη διάσταση στην ανάγνωση και δημιούργησε μία ατμόσφαιρα που τόνισε περαιτέρω την υπόθεση.
Βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ένα ζευγάρι, η Στεφανία και ο Νικόλας. Ένα ζευγάρι όμως που η μοίρα τους έφερε κοντά με τον πλέον παράδοξο τρόπο. Η γνωριμία και η ένωσή τους δεν υφίσταται όμως από την αρχή της υπόθεσης. Κανείς δεν ξέρει την ύπαρξη του άλλου. Υπάρχει όμως κάτι συμπαντικό, κάποια κλωστή της μοίρας που είχε αρχίσει να ξετυλίγεται στο μακρινό παρελθόν στη Βιέννη και στο εργαστήριο ζωγραφικής του ανατρεπτικού ζωγράφου Egon Schiele και η οποία φαίνεται να καταλήγει σε έναν πίνακά του, που εκτίθεται σε μία από τις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης. Στην αρχή τίποτα δεν δείχνει τι θα ακολουθήσει. Άλλωστε κάθε ένας έχει τη ζωή του… Η Στεφανία σπουδάζει στο Λονδίνο, ο Νικόλας προσπαθεί να αξιοποιήσει το πτυχίο του στην Αθήνα… Μέσα από μία αλληλουχία γεγονότων, μέσα από έρωτες, πάθη, στιγμές ξεγνοιασιάς αλλά και τρόμου, η μοίρα θα φέρει εις πέρας αυτό που ήδη είχε αποφασίσει να γίνει. Και τότε όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
Είναι εντυπωσιακό το πόσο ζωντανή, χειμαρρώδης και ταυτόχρονα αισθησιακή μπορεί να γίνει η γραφή της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη. Το λεξιλόγιο της, προσεκτικά επιλεγμένο, σε κρατά δέσμιο στις σελίδες. Η πλοκή που σχηματίζει κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, ενώ οι χαρακτήρες όλοι είναι πλήρεις και οπτικοποιούνται απόλυτα στο μυαλό του αναγνώστη. Όλο το έργο αποπνέει έναν εφηβικό ρομαντισμό που δημιουργεί νοσταλγία για τα νεανικά μας χρόνια. Αυτός όμως ο ρομαντισμός, όπως συμβαίνει συχνά και στη πραγματική ζωή, έρχεται και σκάει πάνω στις συμπληγάδες του ερωτικού πάθους που μετασχηματίζεται σε ζήλεια, σε κτητικότητα και δυστυχώς βία… Αυτές οι μεταπτώσεις των συναισθημάτων, οι ανατροπές στη ζωή των ηρώων, τα συναισθηματικά αδιέξοδα και η αδυναμία αντιμετώπισης των καταστάσεων που δημιουργούνται στην υπόθεση, σχηματίζουν ένα ρεαλιστικό σύνολο που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη συνέχιση της ανάγνωσης. Και όλα αυτά προβάλλονται στον παρόντα χρόνο με το παρασκήνιο να βρίσκεται κάπου στη Βιέννη κατά το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, όταν ο Schiele ζωγράφιζε μανιωδώς τους πίνακές του, υπό την επήρεια του πυρετού της Ισπανικής γρίπης που αφαίρεσε τη ζωή τόσο της εγκύου γυναίκας του, όσο τελικά και του ίδιου.
Όταν τελικά έφτασα στο τέλος του βιβλίου είχα μείνει αποσβολωμένος… Και δεν μου συμβαίνει συχνά αυτό. Κάτι σε αυτό το μυθιστόρημα άγγιξε κάποια χορδή μου, κάποια ενδεχομένως υποσυνείδητη σκέψη μου, που ακόμα την ψάχνω. Ίσως τελικά την βρω στη δεύτερη ανάγνωσή του, γιατί σίγουρα θα το ξαναπάρω στα χέρια μου.