μόνοι στον Παράδεισο
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο.
Ακούς;
Εγώ δε σε πενθώ σε Παραδείσους.
Ακούς;
Εγώ δε θα πενθώ για ‘σένα και για ‘μένα σε Παραδείσους ή σε κήπους ανθιστούς.
Για ‘σένα , πεθνώ στην Κόλαση, στον δρόμο για τη δουλειά, στα τσακισμένα πεζοδρόμια , στο άδειο μου κρεβάτι για ‘σένα πενθώ.
Σε χάνω, σε κλαίω, σε θρηνώ σε κάθε χτύπο , σε κάθε εκπνοή , σε κάθε άγγιγμα που άγγιγμα δεν είναι , σε κάθε τι που δεν είσαι εσύ.
Ακούς;
Πενθώ, για ‘σένα και για ‘μένα μέσα στο ίδιο μου το σώμα.
Ήσυχα, βουβά, σιωπηλά. Όπως έκανα κι όταν σ’αγαπούσα.
Ποια είναι η Κόλαση; Ποιος ο Παραδεισος;
Και πού πάει μια αγάπη όταν καίγεται ;
Ποιος θα κρατάει τις στάχτες; Ποιος θ’αφήσει στο μάρμαρο λουλούδια για ‘μας;
Ποιος πενθεί και ποιος πικρά χαμογελάει για ‘σένα και για ‘μένα;
Αυτό το κλάμα δεν έχει ήχο. Αυτός ο πόνος δεν έχει χρώμα. Αυτό το σώμα δεν έχει σάρκα.
Ακούς ;

















