Γράφει η Αγγελική Λαϊνά-Μονιάκη Ενδοκρινολόγος
Γλυκιά…..εγκυμοσύνη
Σακχαρώδης διαβήτης κύησης
Η συχνότητα του ΣΔ (ΣΔ) αυξάνεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια και εξελίσσεται πλέον σε παγκόσμια επιδημία. Ο καθιστικός τρόπος ζωής και η υιοθέτηση ανθυγιεινών διατροφικών συνηθειών που οδηγούν στην εμφάνιση παχυσαρκίας είναι οι κύριες αιτίες.
Η εμφάνισή του σε ολοένα και νεώτερες ηλικίες έχει σαν αποτέλεσμα να παρουσιάζεται και σε πολλές γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας. Οι ορμόνες που εκκρίνονται εξ άλλου κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, επηρεάζουν τον μεταβολισμό, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση του ΣΔ.
Επομένως είναι αρκετά συχνή η εμφάνιση ΣΔ στην κύηση, και το γεγονός αυτό απασχολεί τα τελευταία έτη τους γιατρούς και τις μέλλουσες μητέρες, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις στη μητέρα, αλλά και στο έμβρυο και το νεογνό είναι ποικίλες και δυνητικά μπορεί να είναι σοβαρές.
Ως διαβήτης της κύησης ορίζεται η διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων (γλυκόζης), που εμφανίζεται ή αναγνωρίζεται για πρώτη φορά στην διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η διάγνωση γίνεται, αξιολογώντας τις τιμές του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια καμπύλης σακχάρου, που γίνεται με τη χορήγηση διαλύματος γλυκόζης 75 gr, χρησιμοποιώντας κριτήρια που έχουν θεσπιστεί από επιστημονικούς φορείς που ασχολούνται με το θέμα. Πρέπει να ελέγχονται οι εγκυμονούσες με ηλικία μεγαλύτερη των 30 ετών, οι παχύσαρκες γυναίκες και όσες έχουν συγγενή πρώτου βαθμού με ιστορικό ΣΔ. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται επίσης όταν υπάρχει ιστορικό προηγούμενης εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη κύησης ή ιστορικό νεογνών με βάρος γέννησης μεγαλύτερο από 4 Kgr, ή ιστορικό αιφνιδίου ενδομήτριου θανάτου. Αν δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι, ο τυπικός έλεγχος γίνεται την 24η με 28η εβδομάδα της κύησης.
Η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών που εμφανίζουν ΣΔ κύησης, ρυθμίζονται μόνο με διαιτητική αγωγή, ακολουθώντας ένα ισορροπημένο διαιτολόγιο με συχνά και μικρά γεύματα, αποφεύγοντας τους ευαπορρόφητους υδατάνθρακες. Μικρός περιορισμός των θερμίδων συστήνεται στις παχύσαρκες γυναίκες. Όταν δεν πετυχαίνουμε τους στόχους στα επίπεδα σακχάρου μόνο με τη δίαιτα, απαιτείται αγωγή με ινσουλίνη. Η αγωγή με αντιδιαβητικά δισκία δεν συνιστάται, λόγω των δυσμενών επιπτώσεων στο έμβρυο.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ΣΔ υποχωρεί μετά τον τοκετό, ενώ σε μικρό ποσοστό παραμένει ως διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη ή ως ΣΔ τύπου 2. Για αυτό το λόγο είναι απαραίτητο να επαναληφθεί η καμπύλη σακχάρου δύο μήνες περίπου μετά τον τοκετό για να διαπιστωθεί αν παραμένει η όχι η διαταραχή και να δοθούν οι κατάλληλες συστάσεις.
Η εμφάνιση ΣΔ στην εγκυμοσύνη έχει επιπτώσεις, τόσο για τη μητέρα, όσο και για το νεογνό. Το έμβρυο διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσει αυξημένο σωματικό βάρος (μακροσωμία), υπάρχει κίνδυνος να αυξηθεί η ποσότητα του αμνιακού υγρού καθώς και να εμφανισθούν επιπλοκές κατά τον τοκετό. Για το λόγο αυτό πρέπει να γίνεται συχνή λεπτομερής υπερηχογραφική παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, δεδομένου ότι και μόνο η εμφάνιση μακροσωμίας είναι κριτήριο για την έναρξη ινσουλινοθεραπείας, ενώ καθορίζει και τον τρόπο του τοκετού (φυσιολογικός τοκετός ή καισαρική τομή).
Τα τελευταία χρόνια εξετάζονται και οι απώτερες επιπτώσεις που παρουσιάζονται στα παιδιά των μητέρων με ΣΔ στην κύηση. Έχει παρατηρηθεί σε αυτά αυξημένη συχνότητα εμφάνισης παχυσαρκίας, ΣΔ, υπέρτασης και καρδιαγγειακών προβλημάτων ήδη από την εφηβική ηλικία. Θεωρείται δηλαδή ότι η ανάπτυξη ενός εμβρύου σε υπεργλυκαιμικό ενδομήτριο περιβάλλον, μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες που θα εκδηλωθούν αργότερα στην ενήλικη ζωή του.
Οι ίδιες επίσης οι γυναίκες με ΣΔ κύησης, διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο για την εμφάνιση ΣΔ τύπου 2 αργότερα, υπέρτασης και μεταβολικού συνδρόμου με τις καρδιαγγειακές επιπλοκές που αυτά συνεπάγονται. Τα προβλήματα αυτά μπορεί να αποτραπούν, αν έγκαιρα υιοθετηθούν σωστές συνήθειες διατροφής και άσκησης και γίνει προσπάθεια να μην υπερβεί το σωματικό βάρος τους τα φυσιολογικά όρια.
Επιβάλλεται επομένως, η σωστή παρακολούθηση των γυναικών που εμφανίζουν ΣΔ κατά την εγκυμοσύνη, τόσο κατά τη διάρκειά της για να αποτραπούν οι δυσμενείς επιπτώσεις στο έμβρυο, όσο και αργότερα για να ληφθούν προληπτικά μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση σοβαρών προβλημάτων στις ίδιες.
Η Αγγελική Λαϊνά - Μονιάκη είναι Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

















