Οι δύο Γιάννηδες προχωρούσαν στην οδό Ερμού, λίγο πιο μπροστά από μένα. Φορούσαν και οι δύο μαύρα ρούχα και λίγο να μην παρατηρούσα καλά δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω ποιος είναι ποιος. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε ήδη σκοτεινιάσει, ο δρόμος είχε πολλά έντονα φώτα. Ωστόσο εκείνοι έμοιαζαν να τα αποκρούουν από πάνω τους. Έδειχναν σαν δύο διαφανείς και ταυτόχρονα στιβαρές σκιές. Σαν σκιές δύο βουνών, που το ένα βρισκόταν δίπλα στο άλλο. Το φως και ο χρόνος τους προσπέρναγαν και έτσι δινόταν η εντύπωση πως κινιόντουσαν και εκείνοι. Στεκόντουσαν όμως εκεί και χλευάζανε τα φώτα που δεν τους άγγιζαν καθώς και το χρόνο που πέρναγε, δύο πιτσιρικάδες που μόλις είχαν βγει για να πάρουνε μπύρες από το περίπτερο και να κάνουνε βόλτες.
Παρακολουθώντας μια παρέα, με την ίδια βουλιμία που παρακολουθεί κανείς την αγαπημένη του τηλεοπτική σειρά, ξεκινήσαμε σιγά σιγά να “χτίζουμε” τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους (πολλές φορές παραπάνω από μια εκδοχή για τον καθένα) ώστε τελικά να εξελιχθούν όπως όλοι αυτοί οι κινηματογραφικοί ήρωες, που όταν πρωτοσυστήνονται στις ταινίες δείχνουν μυστηριώδεις και γοητευτικοί και στη συνέχεια, προσιτοί και οικείοι για να μπορέσουν οι θεατές να ταυτιστούν μαζί τους, να τους αγαπήσουν ή να τους απορρίψουν.
Προσωπικά για το πλάσιμο αυτών των ρόλων χρειάστηκε να κινηθώ αντίστροφα. Απέφυγα οποιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή που είχε προκύψει μεταξύ μας και κατευθύνθηκα προς αυτήν την αίσθηση μυστηρίου που σου δημιουργεί ο κάθε γοητευτικός ήρωας τη πρώτη φορά που τον συναντάς. Μόνο έτσι θα μπορούσα να φαντασιωθώ την όποια μυθολογία του καθενός από αυτούς τους χαρακτήρες. Οι Johns, ο Leo, ο Mike, η Nicki, ο Limbo και οι υπόλοιποι φίλοι τους, άρχισαν να παίρνουν τις μορφές αρχαίων βαμπίρ, were panthers και νεραιδών, να χάνουν την πραγματική σχέση με το χρόνο και το τόπο και να υπερβάλουν όπως όλοι οι φανταστικοί ήρωες. Τα δωμάτια τους και τα σπίτια τους μετατράπηκαν σε κινηματογραφικά σετ και τα περιστατικά της καθημερινότητας τους τραγικοποιήθηκαν. Πολλές φορές και εντελώς συμπτωματικά οι σημειώσεις μου με αυτές του Δαυίδ ήταν σχεδόν οι ίδιες και άλλες σαν να υπήρχαν δύο τελείως διαφορετικές εκδοχές για κάποιους από τους πρωταγωνιστές μας. Οι δύο Γιάννηδες μπορεί να είναι δύο αρχαία μυθικά όντα που μαθαίνουν να επιβιώνουν στη κάθε εποχή που βρίσκονται, το όνομα κάποιας ερημικής τοποθεσίας συνδεδεμένης με ένα σχετικό θρύλο ή δύο εικοσιπεντάχρονοι που απλά γνωρίζουν πως να διασκεδάζουν και να βαριούνται. Όλα μια επιβεβαίωση στο κανόνα που λέει πως ο κάθε μύθος, δεν μπορεί να έχει μόνο μια εκδοχή και πως καθορίζεται πάντα από το ποιος τον διηγείται, σε ποιο μέρος και ποια χρονική περίοδο.
Ακολούθησα τους δύο Γιάννηδες που είχαν πια φτάσει στη περιοχή του Θησείου, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε μαζί προς το λόφο των Νυμφών, στη Πνύκα, όταν φτάσαμε κατάλαβα πως δεν είχε νυχτώσει τελείως ακόμη. Μετά από λίγο σκοτείνιασε και οι δύο Γιάννηδες άρχισαν να υψώνονται, τη τελευταία στιγμή κατάφερα να αρπάξω τον έναν από το μανίκι του φούτερ του και πριν καλά καλά το καταλάβω βρισκόμασταν πάνω από το Λυκαβηττό. Περάσαμε το Πεδίο του Άρεως και κατευθυνθήκαμε προς τα Τουρκοβούνια, πετάξαμε πάνω από την Ύδρα και διασχίσαμε όλη την Αφρική. Μου έδειξαν πλάσματα που δεν είχα ξαναδεί, σημεία και τέρατα αλλόκοτα. Μπορούσα να ακούω τη μουσική που ακούγανε και να μυρίζω ότι μύριζαν, να έχω την ίδια γεύση. Άλλαζα μορφή κάθε φορά που μεταμορφωνόντουσαν και εκείνοι. Γινόμουν δέντρο, δράκος, πούμα και κάπου κάπου ένιωθα πως διαλυόμουν τελείως, πως ήμουν σκιά, όπως και εκείνοι.