A Few Minutes Before Spring
Η πόλη είχε πάψει να ανήκει στους ανθρώπους πολύ πριν το καταλάβουν.
Οι δρόμοι συνέχιζαν να υπάρχουν.
Τα κτίρια συνέχιζαν να υψώνονται προς τον ουρανό.
Τα φώτα άναβαν κάθε βράδυ στην ώρα τους.
Μόνο που κάτι είχε φύγει.
Σαν μια ανάμνηση που διαγράφεται αργά από ένα αρχείο χωρίς να το αντιληφθεί κανείς.
Εκείνο το βράδυ ο αέρας μύριζε υγρασία και σίδερο.
Μια καμινάδα ανέπνεε πάνω από τις στέγες.
Και κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και τα καλώδια της πόλης, ένα ζευγάρι μάτια παρατηρούσε τα πάντα σιωπηλά.
Ανήκαν σε κάποιον που μάθαινε να βλέπει μέσα στο σκοτάδι αντί να το φοβάται, δίχως να κρίνει.
Συνέχιζε να προχωρά, σαν να ήταν η μνήμη ένας τόπος που μπορούσε ακόμη να σωθεί.
Κάθε βήμα ήταν μια επανάληψη.
Μια άρνηση να εγκαταλείψει.
Ο δρόμος δεν οδηγούσε πουθενά.
Κάπου μακριά, πέρα από τις πολυκατοικίες και τις άδειες πλατείες, υπήρχε κάτι που δεν σταματούσε ποτέ να επιστρέφει.
Κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει.
Κανείς δεν μπορούσε να το ακολουθήσει.
Κάποτε είχαν υπάρξει κι άλλοι.
Άνθρωποι που ονειρεύτηκαν.
Που πίστεψαν ότι ορισμένα μέρη θα έμεναν για πάντα ίδια.
Έμειναν μόνο να περιπλανώνται στα στενά, να κοιτούν από γωνίες που κανείς πια δεν θυμόταν.
Η υγρασία κολλούσε πάνω στα τσιμέντα.
Οι δρόμοι έμοιαζαν ξένοι.
Οι πλατείες έμοιαζαν μικρότερες.
Συνέχιζε να παρατηρεί από ψηλά.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισε η διαγραφή.
Σαν ο κόσμος να αποφάσιζε πως δεν είχε άλλο χώρο για τις αναμνήσεις.
Ένα αρχείο που είχε μείνει ανοιχτό για χρόνια.
Το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω στις στέγες.
Ο κόσμος βρέθηκε ακίνητος, σε εκείνο το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα σε δύο εποχές.
Μόνο λίγα λεπτά πριν από την άνοιξη.
Vermilion Evocative Art Collection