Φλεβάρης.
Η πόλη χωράει όλη μες σ’ ένα πολύχρωμο κασκόλ
χωράει σε μια σόμπα
χωράει μες σε μια χούφτα,
παγωμένα χέρια
παγωμένα πόδια
παγωμένη καρδιά.
Έξι στάσεις διαδρομή με το μετρό
χώρεσαν όλη την νεανική μου ορμή,
το τούνελ το πλημμύρισε η λαχτάρα μου
τον σταθμάρχη τον έπνιξε ο αυθορμητισμός μου
τους συνεπιβάτες μου συνέθλιψαν τα παιδικά μου όνειρα
και κρέμονται απ’ τα βαγόνια τα παλτά τους
όπως κρέμονται τ’ αστέρια απ’ τον ουρανό
πριν σβήσουν.
Τα κορδόνια των παπουτσιών μου
θυμίζουν χορδές από βιολί
τεντώνονται ψηλά και τις σχίζουν οι κεραίες των τρόλεϊ
σκόρπιες νότες από βαλς πέφτουν πλάι μου
σαν όξινη βροχή.
Από εξόδους,
φέτος πήγα σ’ ένα μπαρ
ακούμπησα τη πλάτη μου στον τοίχο να ξεκουραστώ
κι εντυπώθηκε η μορφή μου παντοτινά
κάτω από κλισέ νέον ατάκες.
Φλεβάρης,
η πόλη όλη τυλιγμένη σ’ ένα κασκόλ
σ’ ένα πακέτο τσιγάρα
σε μια βόλτα στο σούπερ μάρκετ
τσουλάω το καρότσι με τα ψώνια
όπως τσουλούσα την παιδική μου ρόδα
δεξιά κι αριστερά πέφτουν τα ράφια
κόκα – κόλες, σερβιέτες, οι λάκτα, χλωρίνες
γκρεμίζονται όλα και σηκώνουν σκόνη
ακούω την επανάσταση να συνοδεύει το φευγιό μου
ενώ ανήσυχες μαμάδες διαλέγουν τα φτηνότερα pampers.
Είκοσι οκτώ ημέρες του Φλεβάρη
κι εγώ δεν θέλησα να χωρέσω σε καμιά τους.







