Ξεκινά ξανά η ενδοσκόπηση, γιατί πήρε καιρός χωρίς, κι έπιασα τον εαυτό μου να μελαγχολεί απ’ το πολύ σύρσιμο του δαχτύλου πάνω στο τζάμι που αντανακλά τον ήλιο κι εγώ δεν τον κοιτώ.
Προτιμώ να τυφλωθώ απ’ το μολύβι παρά από τα πίξελς. Η ζωή είναι για να αλλάζει, όχι να λιμνάζει, παρά λίγο! Απ’ του βάλτου τα χόρτα με γλίτωσα!
Θα με γλιτώσω δηλαδή. Είναι η πρώτη μέρα διάσωσης. Σήμερα, λοιπόν, σκέφτηκα πως είναι μεγάλη μέρα. Μέρες τώρα κοιτούσα τον ήλιο και ήθελα να τον βγάλω φωτογραφία. Λέω κάτι δεν πάει καλά. Και σήμερα πήγε στον Όλυμπο κι εγώ θα μπορούσα.
Μα δεν έγινε γιατί το τατουάζ μου σέρνεται κάτω απ’ το δέρμα μου ψιθυρίζοντας με έλεος. Δείχνοντάς μου. Σταμάτα μου φωνάζουν όλα γύρω. Το δέρμα μου κινείται. Το έντερό μου γουργουρίζει. Τα δόντια μου σαπίζουν. Το στόμα μου καπνίζει με τη βία χωρίς να του πάρω την άδεια.
Ήρθε η ώρα να αρχίσεις να μουτζουρώνεις σελίδες, αλλιώς θα γίνεις ένα με το τίποτα. Όχι το τίποτα το καλό, το πανάκειο, το όλο. Το τίποτα, το μπάσο, το ασυντόνιστο, αυτό που φωσφορίζει στο σκοτάδι και δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς.
Τα πουλιά ακόμη μιλούν σήμερα κι εγώ μπαίνω για μπάνιο. Ελπίζω και μετά το μπάνιο να έχω την ίδια διάθεση.
Αλλά.
Αλλά η εσωτερική δύναμη έρχεται και έρχεται και μετά από λίγο πάλι.












