Κ. Γ. Καρυωτάκης
Δεκάξι χρονῶν ἐγέλασαν,
πέρα, στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι.
Ἔπειτα ἐσώπησαν τὰ χείλη,
καὶ στὴν καρδιά τους ἐγέρασαν.
~
Ἐκίνησαν τότε σὰ φίλοι,
σὰ δυὸ ξερὰ φύλλα στὸ χῶμα.
Ἔπειτα ἐχώρισαν ἀκόμα,
κάποιο φθινοπωρινὸ δείλι.
~
Τώρα καθένας, μὲ ὠχρὸ στόμα,
σκύβοντας, φιλεῖ τὰ δεσμά του.
Ἔπειτα θὰ γύρουνε ὡς κάτου
καὶ θὰ περάσουνε στὸ χῶμα.
- Ιστορίαι.
•••••••••••
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ πονεῖς,
μποροῦνε μὲ χίλιους τρόπους.
Ρίξε τὸ ὅπλο καὶ σωριάσου πρηνής,
ὅταν ἀκούσεις ἀνθρώπους.
- Υποθήκαι.
•••••••••••
Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε.
Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις.
- Εἴμαστε κάτι.
•••••••••••
Ἄ! πρέπει τώρα νὰ φορέσω
τ᾿ ὡραῖο ἐκεῖνο γύψινο στεφάνι.
Ἔτσι, μὲ πλαίσιο γύρω τὸ ταβάνι,
πολὺ θ᾿ ἀρέσω.
- Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο.
•••••••••••
Ὅλα τελείωσαν. Τὸ σημείωμα νά το,
σύντομο, ἁπλό, βαθύ, καθὼς ταιριάζει,
ἀδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
γιὰ κεῖνον ποὺ θὰ κλαίει καὶ θὰ διαβάζει.
~
Βλέπουν τὸν καθρέφτη, βλέπουν τὴν ὥρα,
ρωτοῦν ἂν εἶναι τρέλα τάχα ἢ λάθος,
«ὅλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πὼς θ᾿ ἀναβάλουν βέβαιοι κατὰ βάθος.
- Ιδανικοί αυτόχειρες.
•••••••••••
»Ἂς μὲ χτυποῦν
πάντα κι ἀκόμα.
Θά ῾μαι τὸ χῶμα
ποὺ τὸ πατοῦν.
- Παιδικό.
•••••••••••
Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.
- Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα.
•••••••••••















