Αφού έχασα εσενα, μαζι με την θλίψη της απόρριψης σου, ήρθε μια απρόσμενη απώλεια για την οποία δεν είχα προετοιμαστεί.
Οι μέρες κυλούσαν και στο κεφάλι μου υπηρχε μια ασαφής και χαοτική βαβούρα.
Συνειδητοποιησα πως άκουγα δυο φωνες.
Χωρίς να το καταλάβω- η φωνή σου είχε τρυπώσει μέσα στο κεφάλι μου όταν ήρθαμε πιο κοντά, και εκεί εναρμονίστηκε, εξοικειώθηκε με τον χώρο του μυαλού μου και διέμεινε- σαν να υπήρχε πάντα.
Κάθε φορά που ήμουν παράτολμη, σε άκουγα να με πειράζεις, όταν έκανα κρύα αστεία, άκουγα το γέλιο σου.
Ένας εσωτερικός διάλογος δίχως αρχή και τέλος.
Σιγά σιγά συνειδητοποίησα-
Δεν μπορώ να σε ακούσω πια.
Δεν θυμάμαι την χροιά, την μελωδικότητα, τον τόνο και το ύφος της φωνής σου.
Δεν ξέρω αν ποτέ θα μπορέσω να σε συγχωρήσω για το πως μου φέρθηκες, για το πως γύρισες την πλάτη σου σε κοινά συναισθήματα και αμφέβαλες για την ύπαρξη τους.
Κατέληξα να νιώθω σαν μικρό παιδι που του παίρνουν τον φανταστικό του φίλο.
Σαν να είχα μια ζωγραφιά και να την τσακίσες χωρίς να σε νοιάζει το συναίσθημα πίσω από τις πινελιές.
Σαν να γκρεμίστηκε το καστρο της φαντασίας μου και να συνειδητοποιησα πως είναι φτιαγμένο από χαρτόνι.
Ή από σκέψεις.
Από φαντασίες.
Από στιγμές που πέρασαν
Και άλλες που δεν ήρθαν ποτέ.
Μου λείπεις πολύ και ας μην ξέρω πλεον ποιός είσαι.














