Όταν σε πρωτοείδε, ήξερε οτι ήσουν αυτό που έψαχνε.
Ήσουν το πουκαμισο που οραματιζόταν,
που φανταζόταν να τον συνοδεύει σε κάθε του χαρά,
που θα τον έκανε τον πιο λαμπερό, τον πιο σημαντικό, τον πιο ιδιαίτερο από όλους.
Φυσικό ήταν, έλαμψαν τα μάτια του,
κάστανα και φωτεινά, χαρούμενα που επιτέλους αντικρίσαν το όραμα τους,
έτρεξε και σε πέταξε πάνω στους ώμους του.
Σε κάθε του χαρά, ήσουν εκει.
Όποτε θυμόταν το πουκάμισο, πάντα το έβρισκε στο πίσω μέρος της ντουλάπας του.
Στην θήκη του κουστουμιού, κολλαριστό και απαράλλαχτο
Του άρεσε η υφή σου, το πως τον έκανες να νιώθει. Οι προσεγμένες σου ραφές, τα φανταχτερά κουμπιά σου, η ετικέτα που σε διαχώριζε στα μάτια του κόσμου, που σε καθιστούσε ανώτερο συγκριτικά, και που του έδινε κύρος, που τον έκανε σημαντικό.
Πάντα στεκόσουν σιδερωμένη.
Ακίνητη και κολλαριστή, ένα πουκάμισο-πίνακας.
Σε στιγμές ησυχίας, μακριά από τα μάτια του κόσμου, σε κρέμαγε στην ντουλάπα και σε κοίταζε προσεκτικά.
Κοίταζε την αντανάκλαση του στα μεταλλικά σου κουμπιά, ακουμπαγε τις προσεγμένες ραφές να βεβαιωθεί πως δεν θα άλλαζε το πουκάμισο που τόσο αγαπούσε. Που η μορφή του θα συνέχιζε να τον κάνει σημαντικό.
Το πουκάμισο, η προέκταση του εγωισμού του, η προέκταση της αυτό-σημασίας του. Που όσο αυτός άλλαζε, αυτό άλλαζε μαζί του.
Οι ξεχειλωμένες ραφές και το ξεθωριασμένο χρώμα.
Η πλέον τσαλακωμένη μορφή του που πλέον έχασε το κύρος της.
Που έγινε κοινότυπη και δεδομένη.
Που η ντουλάπα δεν ήταν πλέον βιτρίνα, αλλά φυλακή αιώνια. Στο πίσω μέρος της ντουλάπας, πεσμένη από την σπασμένη κρεμάστρα, μαζεύεις σκόνη.
Μαζί με τα υπόλοιπους προηγούμενους εαυτούς του.
Μαζί με τα προηγούμενα πουκάμισα, αυτά που ξεχάστηκαν,
όταν σταμάτησαν να τον στολίζουν με την ομορφιά τους.