A.F. Vandevorst installation at Arnhem Mode Biennale 2011

PR's Tumblrdome
No title available
Color Me Curious
hello vonnie
No title available
Claire Keane
untitled
The Bowery Presents
EXPECTATIONS
Sade Olutola
ojovivo
macklin celebrini has autism
No title available

bliss lane
Show & Tell

shark vs the universe
Monterey Bay Aquarium
YOU ARE THE REASON

❣ Chile in a Photography ❣
Cosimo Galluzzi
seen from Belgium
seen from Ecuador

seen from Mexico

seen from United States
seen from United States

seen from Brazil

seen from United States
seen from Brazil

seen from Italy
seen from United States
seen from United States
seen from Argentina

seen from Greece
seen from Vietnam
seen from Costa Rica
seen from Iraq
seen from United States

seen from United States
seen from United States

seen from Ukraine
@par-ais8hseis
A.F. Vandevorst installation at Arnhem Mode Biennale 2011
it turns me on to know I turn you on
But he is not sorry though-
Half of me has long gone. but I’m still standing.
Σχετικά με χθες..
Νύχτες τέτοιες δεν θα ζήσουμε πολλές,σκούπισε τα μάτια σου,αγάπη μου μη κλαις.
Εγώ δεν φεύγω από δίπλα σου για εκατό ζωές ,άμα με θες .
Μην νομίζεις πως είμαι καλα .
- Σχετικά με χθες / Marseaux
I remember first learning that you can cry from any emotion, that emotions are chemical levels in your brain and your body is constantly trying to maintain equilibrium. so if one emotion sky rockets, that chemical becomes flagged and signals the tear duct to open as an exit to release that emotion packaged neatly within a tear. Everything made sense after learning that. That sudden stability of your emotions after crying. How crying is often accompanied by the inability to feel any other emotion in that precise moment. And it is especially beautiful knowing that it is even possible to experience so much beauty or love or happiness that your body literally can’t hold on to all of it. So what I’ve learned is that crying signifies that you are feeling as much as humanely possible and that is living to the fullest extent. So keep feeling and cry often and as much as needed
SHIT WHAT
Also let yourself cry. It really is a biochemical release valve to dump out all the chemicals that make you feel stuff.
I honestly think one reason men in western culture have so many problems is that we don’t let them cry, and literally their brains get stuffed with all this crap that doesn’t have a release valve. Men, please cry. You’ll feel better. It’s ok. You are not lesser for taking care of your health.
This is why tears from different emotions look different under an electron microscope. They’re literally made up of different things.
Happy tears are structurally different than sad tears than angry tears than overwhelmed tears etc.
I looked it up, cuz that tidbit was dope to me and..
Never would have known
Ah yes, the emotions: grief, change, onion, humor
“Την αγαπάω κυρία..”
“Μα κυρία την αγαπάω.”
Ένας μαθητής τρίτης Λυκείου έκλαιγε σήμερα στο σχολείο επειδή η κοπέλα που του είχε κάνει τη ζωή δύσκολη επί δύο χρόνια, αλλά παρόλα αυτά την αγαπούσε, τον άφησε οριστικά.
“Μην στεναχωριέσαι βρε Κώστα, έρωτας είναι θα περάσει, όλα καλά θα πάνε απλά θέλει να έχεις υπομονή.” του είπε η καθηγήτρια
“Κυρία τον βλέπετε αυτόν εδώ τον αναπτήρα; Εκείνη μου τον είχε δώσει τον πρώτο μήνα που γνωριστήκαμε. Ήταν καλοκαίρι και είχαμε πάει βόλτα σε μια παραλία και όταν νύχτωσε εκείνη άναψε ένα τσιγάρο. Καθώς το άναβε η φλόγα από αυτό τον αναπτήρα φώτιζε όλο της το πρόσωπο και νομίζω τότε ήταν η στιγμή που την ερωτεύτηκα. Της είπα αυθόρμητα πως είναι πανέμορφη και έμεινα για μερικά δευτερόλεπτα να την κοιτάω. Εκείνη με κοίταξε με ενθουσιασμό και χαμογέλασε. Μάλλον δεν της το έλεγαν συχνά..”
Ο μαθητής σκούπισε τα δάκρυα του και συνέχισε να μιλάει.
“Μου χαμογέλασε λοιπόν και χώθηκε στην αγκαλιά μου. Όπως σας είπα πριν εκείνο ίσως ήταν το βράδυ που την ερωτεύτηκα. Και πρέπει να το κατάλαβε αυτό.. Όταν φεύγαμε μου είπε πως θέλει να θυμάμαι αυτό το βράδυ μας πιο έντονα από κάθε άλλο και μου έβαλε στην τσέπη αυτό τον αναπτήρα που κρατάω τώρα στα χέρια μου. Είπε πως ξέρει οτι θα τον προσέχω και θα τον κρατήσω, μου χαμογέλασε, με φίλησε στο μάγουλο και συνεχίσαμε να περπατάμε χέρι χέρι.”
Η καθηγήτρια δεν μίλαγε, είχε κάτσει δίπλα στο παιδί και κοίταζε με θλιμμένη έκφραση το πάτωμα. Εκείνος συνέχισε να μιλάει.
“Έχουν περάσει πάνω από δύο χρόνια. Δεν φαντάζεστε πόσες φορές με έχει πληγώσει αυτή η κοπέλα, ποτέ όμως δεν πέταξα τίποτα δικό της. Τα αντικείμενα που μου έδωσε για να την θυμάμαι είναι τα μόνα που μένουν τελικά. Γιατί οι άνθρωποι πάντα φεύγουν. Όταν μυρίζουν αληθινή αγάπη τρομάζουν και φεύγουν. Μπορούσα να της δώσω ολόκληρο τον κόσμο αν μου το ζητούσε. Ακόμα μπορώ να το κάνω. Ήθελα να μείνω, εκείνη με έδιωχνε. Την αγαπάω κυρία..ακόμα και τώρα..”
Η καθηγήτρια δεν μίλησε.
Το κουδούνι χτύπησε.
Ο μαθητής έβαλε τον αναπτήρα στην τσέπη του και προχώρησε προς την τάξη.
this hits different
Εκείνη.
Ξυπνάω και την βλέπω να έχει τυλιχτεί πάνω μου. Πόσο πανέμορφη είναι όταν κοιμάται. Πόσο ευτυχισμένος και ερωτευμένος είμαι μαζί σου. Ευτυχία. Θεέ μου, πόση ευτυχία. Την χαϊδεύω. Την φιλάω. Την ξανά φιλάω. Ξανά. Και ξανά. Χάνω το μέτρημα. Σηκώνομαι διακριτικά για να μη την ξυπνήσω. Πάω στο μπάνιο. Ανοίγω το νερό από τον νιπτήρα. Στέκομαι όρθιος μπροστά από τον καθρέφτη. Ανακατεύω τα μαλλιά μου. Άλλη μια μέρα στην δουλειά. Άλλη μια κουραστική μέρα. Άλλη μια μέρα που θα σιγουρέψω πως είμαι ικανός να την έχω και την επόμενη. Χαμογελάω. Σκύβω και πλένω μούτρα και δόντια. Κλείνω το νερό. Σκουπίζομαι. Βάζω αποσμητικό και ντύνομαι. Βγαίνω από το μπάνιο και την παρατηρώ. Με κοιτάζει με μισάνοιχτα μάτια. Πλησιάζω Ενώ χαμογελάω. Μου ανοίγει τα χέρια της. Μπαίνω στην αγκαλιά της και την φιλάω. Την ξανά φιλάω. Ξανά και ξανά. Χάνω για ακόμη μια φορά το μέτρημα. Με φιλάει και με αγκαλιάζει με όλη της την δύναμη. Μου ζητάει να μείνω σπίτι σήμερα. Με νάζι. Ξέρει ότι δε μπορώ και ότι χρειαζόμαστε αυτή την δουλειά. Την κοιτάζω. Κουνάει το κεφάλι καταφατικά. Ξέρω πως θες και ξέρω πως το κάνεις για εμένα. Με φιλάει. Μου λέει ότι με αγαπάει. Ανταποδίδω. Πολλές φορές. Ξανά και ξανά. Σηκώνομαι. Πάω μέχρι τα μισά και γυρνάω. Την φιλάω ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και πάλι. Μάντεψε. Πάλι έχασα το μέτρημα. Με διώχνει γλυκά. Φεύγοντας παίρνω το κράνος και τα κλειδιά για την μηχανή. Βγαίνω από το σπίτι και καβαλάω την μηχανή. Χαμογελάω και φοράω το κράνος. Ευτυχία. Εκείνη.. Πόσο ευτυχισμένος είμαι; “Αυτός έχει τόσο μαύρη ψυχή, όπως και τα τατουάζ στο σώμα του” της είχε πει ο πατέρας της. “Αν επιλέξεις αυτόν, φεύγεις από εδώ μέσα και θέλω να δω ποιος θα σε συντηρήσει.” Της είχε πει επίσης. Από εκείνη την μέρα παλεύω να μη την ξανά δω με δάκρυα. Δουλεύω για να της παρέχω ότι δεν έχει καμία. Για να είμαι μαζί της. Να της δίνω για όσο ζω, ότι δε θα πάρει ποτέ. Για να ζω, βλέποντας την να χαμογελάει. Φτάνω στην δουλειά. Σβήνω την μηχανή. Βγάζω το κράνος. Κατεβαίνω και μπαίνω μέσα. Ξεκινάει μια κουραστική μέρα μα ξέρω πως όταν σχολάσω θα είμαι σαν να γεννήθηκα μόλις, για να της προσφέρω όσα δε μάντεψε ποτέ. Εκείνη. Όλα για εκείνη. Περνάνε οι ώρες και τα λεπτά γρήγορα. Έπεσε και σήμερα αρκετή δουλειά. Πλησιάζει η ώρα να σχολάσω. Πώς περιμένουν τα μικρά παιδιά το διάλλειμα; Έτσι εγώ περιμένω να πάω σε εκείνη. Σχολάω. Με πολύ χαρά χαιρετάω όλους τους συναδέλφους και τους αφήνω με την απορία. Πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να είναι έτσι μετά από τόση κούραση; Για εμένα τώρα ξεκινάει η μέρα παιδιά. Τώρα θα συναντήσω την ζωή μου. Εκείνη. Βάζω κράνος και ανεβαίνω στην μηχανή. Πότε πήγε 4, χαμπάρι δε πήρα. Αρκετή δουλειά και σήμερα. Βάζω μπροστά και ξεκινάω. Σε λίγα λεπτά είμαι σπίτι. Κλειστά πατζούρια. Σπάνιο φαινόμενο. Σβήνω την μηχανή και βγάζω το κράνος. Κατεβαίνω. Βλέπω την ανοιχτή εξώπορτα. Μπαίνω μέσα. Ανεβαίνω τα τρία σκαλάκια και φτάνω στην πόρτα. Την ανοίγω. Μπαίνω μέσα και την κλείνω. Αφήνω το κράνος πάνω στον πάγκο και πετάω τα κλειδιά στο τραπέζι. Μωρό μου, γύρισα. Φωνάζω γλυκά. Καμία απάντηση. Προχωράω προς τα μέσα. Στο σαλόνι ίσως. Μπα, κανείς. Έλα τώρα, μη μου κάνεις νάζια, ξέρεις ότι πεθαίνω να σε πάρω αγκαλιά. Ξανά λέω. Καμία απάντηση. Ούτε χαχανητά. Ανοίγω την πόρτα από το υπνοδωμάτιο. Πατάω τον διακόπτη δίπλα και ανοίγω το φως. Ανοιχτό φύλλο ντουλάπας. Λείπουν τα ρούχα της. Πανικός. Πλησιάζω. Κοιτάζω το κρεβάτι μας. Σημείωμα. Όχι. Στέκομαι. Δε μπορεί. Κάτι σοβαρό θα έχει γίνει. Πλησιάζω και παίρνω με δύναμη το σημείωμα στα χέρια μου. Το ανοίγω.
“Δε θα μπορούσα να το κάνω ενώ σε κοιτάζω στα μάτια. Δε γίνεται. Ήθελα να είμαι ξεκάθαρη απέναντι σου. Υπάρχει άλλος. Κάποιος που τις ώρες που έλειπες δε με άφηνε μόνη λεπτό. Τέλος οι λεπτομέρειες. Ίσως δεν έπρεπε από την αρχή. Ίσως τελικά ήταν λάθος. Φταίω ή φταίς ας το κρίνει ο χρόνος. Λυπάμαι. Να περνάς καλά. ”
Δάκρυα κυλάνε στο πρόσωπο μου. Ένας κόμπος στο στομάχι μου δε με αφήνει να πάρω ανάσα. Ήταν λάθος; Δεν έπρεπε από την αρχή τι; Υπάρχει άλλος; Εγώ πότε σε άφησα μόνη; Είναι πλάκα. Είναι σίγουρα κάποια πλάκα. Με τρέμουλο στα πόδια σηκώνομαι και τρέχω προς την κουζίνα, παίρνω τα κλειδιά από την μηχανή και βγαίνω έξω. Την καβαλάω βάζω μπροστά και ξεκινάω.
Ίσως ήταν λάθος, ίσως δεν έπρεπε από την αρχή, υπάρχει άλλος
το κεφάλι μου βουίζει. Η καρδιά μου χτυπάει σα τρελή. Μέσα στο χάος μου την βλέπω απέναντι καθισμένη σε ένα παγκάκι. Σταματώ στην μέση του δρόμου. Δε παίρνω τα μάτια μου από πάνω της. Πάω να βγάλω το κράνος και βλέπω τον παιδικό της φίλο να την πλησιάζει. Να την φιλάει. Τα χείλη που δε μπορούσα να αποχωριστώ τόσα πρωινά. Πάω να κατέβω από την μηχανή. Ένα μεγάλος θόρυβος. Όλο μου το σώμα τραντάχτηκε. Ακούω βουητά, πονάω, πονάω πολύ. Φωνάξτε την να έρθει, δε μπορώ να κουνηθώ. Βοήθεια. Γιατί δεν ακούγομαι; Ξεκινάω να μη βλέπω. Χάνονται όλα. Που είναι εκείνη; Μαύρο. Κενό. Οι περιπέτειες μας. Οι γκρίνιες. Οι τσακωμοί μας. Οι αγκαλιές μας. Τα φιλιά μας. Το χαμόγελο της. Η μαγειρική της. Οι δουλειές που κάναμε στο σπίτι. Τα ψώνια που βαριόμουν και με κορόιδευε. Το ποδόσφαιρο που βλέπαμε με φίλους και εκείνη πανηγύριζε με τον παιδικό της φίλο ενώ εγώ πανηγύριζα με εκείνη. Με τις αντιδράσεις της. Τι διάολο; Γιατί τα βλέπω όλα αυτά; Πόσο κοιμάμαι; Ξύπνα να την βρεις. ΞΎΠΝΑ ΝΑ ΠΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΕΙΣ. Πετάγομαι φωνάζοντας το όνομα της. Γιατί τόσο άσπρο; Γιατί είμαι δεμένος; Γιατί δε μπορώ να κουνηθώ; Γιατί είναι η μάνα μου εδώ; Με κοιτάζει με δάκρυα χαράς στα μάτια της. Είσαι καλά με ρωτάει; Γιατί είμαι δεμένος; Που είναι εκείνη; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ; Φωνάζω. Οι γιατροί μπαίνουν στο δωμάτιο και με κοιτάζουν έκπληκτοι. Ένα θαύμα είπαν. Τι θαύμα; Τι λένε; Γιατί με έχετε δεμένο; Από συζήτηση που είχαν, ήμουν σε κώμα 4 μήνες. Δε πίστευαν ότι θα αντέξω, από μέρα σε μέρα τα καλώδια θα έβγαιναν. Ήμουν κλινικά νεκρός. Η μάνα μου δεν έφυγε λεπτό από κοντά μου. Εκείνη; Πέρασε μια φορά τον πρώτο μήνα με τον παιδικό της φίλο μου είπε η μάνα μου, αλλά δε ξανά ήρθε. Έχετε χωρίσει, δε το θυμάσαι; Μαύρο και κενό ξανά. Ζητάω ψύχραιμα να με λύσουν, και συμφωνούν πιστεύοντας πως πλέον δε θα υπάρχουν σπασμοί. Φτάνει το βράδυ. Σηκώνομαι όταν η μάνα μου είχε αποκοιμηθεί. Ζαλίζομαι. Πάω προς τον καθρέφτη; Ποιος είναι αυτός απορώ; Τι ουλές είναι αυτές; Εκείνη, που είναι; Ρίχνω μια στον καθρέφτη και τον σπάω. Η μάνα μου πετάγεται και με βλέπει με δάκρυα στα μάτια. Κοιτάζει το χέρι μου να αιμορραγεί και φωνάζει. “Αρκετό αίμα έχασες για εκείνη. ΦΤΑΝΕΙ.” Εκείνη είναι το αίμα μου, τι λέει; Πώς μπορεί και μιλάει έτσι ενώ ξέρει πως νιώθω; Περνάνε δύο μήνες και σε σύνολο έξι. Με αφήνουν να βγω. Μαρτύριο όλα. Εκείνη πουθενά. Γυρίζω σπίτι. Όλα όπως τα άφησα. Το σημείωμα εκεί. Η μυρωδιά της εκεί. Οι αναμνήσεις και η ζωή μου εκεί. Βγαίνω. Κοιτάζω την αυλή, φαίνεται πως δεν υπάρχει η αγάπη μας πια εκεί. Καλώ ένα ταξί. Η μηχανή, δε τα κατάφερε. Λέω στον οδηγό να με πάει έξω από το σπίτι της. Μετά από λίγα λεπτά φτάνουμε. Βγαίνω και στέκομαι όρθιος. Έξω ο παιδικός της φίλος. Ανοίγει η πόρτα. Εκείνη. Χαμογελάει. Όπως χαμογελούσε σε εμένα. Τον φιλάει. Τον φιλάει. Ανάθεμα με τον φιλάει. Βγαίνει ο πατέρας της. Θα γίνει χαμός ελπίζω. Αλλά όχι. Τον αγκαλιάζει και τον βαράει φιλικά στον ώμο. Σκύβω το κεφάλι και περιμένω να βγούν. Βγαίνουν. Περνάνε δίπλα μου και εκείνη με κοιτάζει όπως και εκείνος. Χαμογελάνε σαν να είμαι άγνωστος και προχωράνε. “Σου θυμίζει κάτι; Ναι αλλά δε δίνω και πολλή σημασία τώρα” η συζήτηση που έπιασα. Της θυμίζω κάτι; Εγώ; Δε θυμάται εμένα; Ή ζωή μου, ο λόγος που υπήρχα, δε με αναγνωρίζει; Μπαίνω στο ταξί. Φεύγω. Γυρίζω σπίτι. Τα σπάω όλα. Ξανά αίματα παντού. Πετάω δύο ρούχα σε μια τσάντα και φεύγω. Ποιος είμαι και που πάω, δε ξέρω. Μα.. Μου αρκεί που χαμογελούσε εκείνη. Το πόσο έσπασα που χαμογελάει σε άλλον όπως τότε σε εμένα, το αφήνω. Λογικά χάνω το μέτρημα. Θα περιπλανιέμαι στα στενά χωρίς ζωή, θα είμαι ο παράξενος. Ο μαλάκας που ίσως σου αναφέρει μια φίλη σου μετά. Γιατί για εκείνη ήμουν όσα μου έβγαζε, και για άλλες θα είμαι αυτό που επίσης μου έβγαλε εκείνη στο τέλος.
Εκείνη με έκανε έτσι.
Εκείνη μου πήρε την ζωή.
Εκείνη που ίσως και τρελός, θα περιμένω.
Θα μετράω ξανά και ξανά τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα για να την δω.
Εκείνη.
Να χαμογελάει.
Και.. Ας χάσω το μέτρημα.
|Προσπαθώντας να ‘‘εξηγήσω’‘ σε όποιον το διαβάσει, ότι και ο ‘‘μαλάκας’‘ που ανεβάζεται και κατεβάζεται στις κολλητές σας, κάποια στιγμή, μπορεί, να μην ήταν.|
Drake- 6pm in New York
Ανάγκη να τον δω
I’m not going to ask you to stop whatever you’re doing and reblog this. But it would mean a lot if you did. This says so much…