00:49
Τις οθόνες που πιέζεις ν’ ανάψουν κι έπειτα που μόνες σβήνουν, με το μαύρο της προσμονής.
Ως τώρα, του τρεμάμενου δαχτύλου το παράπονο παράδοξα έχει εκλείψει· μα η αφή αργά ή γρήγορα τη γκρίνια της δεν παραλείπει.
Ο υπολογιστής ξεφυσάει εικόνες από αυτές που θα μπορούσαν από καιρό να έχουν παραληφθεί, και το στομάχι ανήσυχο όλο μασάει και τις φτύνει.
Η συντροφικότητα τη σχέση της με την επανάληψη πραγματεύεται. Να’ ναι οι δυό έννοιες αδερφές; Ή μακρινές ξαδέρφες;
Η συντροφικότητα στο μπουντουάρ της γδύνεται ξεδιάντροπα· το ζακετάκι των ορισμών και το καπέλο των συμβάσεων εξφενδονίζει μέσα στου παρελθόντος τη ντουλάπα.
Το μαζί όταν υπάρχει σα φόντο σε μια ιστορία ανάλαφρο, να υποδηλώνει άραγε των χαρακτήρων την ελευθερία, ή της επιθυμίας τη δυσκοιλιότητα;











