«Στιγμές.»
Τρίτος μήνας του έτους, με την καθημερινότητά μου να με πνιγεί όλο και πιο πολύ. Η ατμόσφαιρα στο γεμάτο βαγόνι του μετρό είναι αποπνικτική, όπως ακριβώς και το κλίμα που επικρατεί στο μυαλό μου· τριγυρνάει συνεχώς εκείνο το φιλί που δώσαμε στην αλλαγή του χρόνου, στο παλιό μας σπίτι. Από εκεί, δεν λείπει και η φωνή σου. “Οι πιο μαγικές και όμορφες στιγμές είναι όσες δεν έχεις ζήσει ακόμα.„ μου έλεγες ενώ στεκόμασταν στο μπαλκόνι και παρατηρούσαμε τους ανέκφραστους περαστικούς.
Μοναστηράκι. Δεν είναι αυτή η στάση μου, μα κατεβαίνω βιαστικά. Προτιμώ να περπατήσω. Κάθε βήμα που κάνω μου θυμίζει εκείνη τη βόλτα. Θυμάσαι; Τότε που ξεκίνησαν όλα, σε εκείνη την παλιά αγορά. Χαζεύαμε με τις ώρες τις βιτρίνες, χωρίς να βιαζόμαστε να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, κι ας είχε αφόρητη ζέστη. Ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι φέρνει στο νου μου την υγρασία του φθινοπώρου. Εκεί, στην Σκύρο, στην αγαπημένη μας παραλία. Στον ανεμόμυλο, που είχαμε κάνει τόσα όνειρα αγκαλιασμένοι, που υποσχεθήκαμε να μην σταματήσουμε να πηγαίνουμε σε αυτό το μέρος, όποια κι αν είναι η κατάσταση μεταξύ μας.
Μια γλυκιά μελωδία με οδηγεί ασυναίσθητα στον τελευταίο μας προορισμό, στην Αποστόλου Παύλου. Πότε έφτασα στο Θησείο; Ένα δάκρυ κατηφορίζει το μάγουλό μου, αφού βλέπω εκείνη την κοπέλα με το πιάνο της, εκείνη που έπαιζε ένα γλυκό βαλς ‐το οποίο και χορέψαμε‐ όταν με επισκέφθηκες για πρώτη φορά.
Είναι αργά, σε λίγο θα περάσει το τελευταίο λεωφορείο και πρέπει να προλάβω. Χαμογελώ στη σκέψη πως δεν θα επιστρέψω σε ένα κενό σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, μα στο νέο μας διαμέρισμα. Ξέρω, είναι μίζερη η ζωή στην πόλη, μα κάθε κείμενο που γράφουμε μαζί προσθέτει χρώμα στην καθημερινότητά μας.
Περίμενέ με, έρχομαι να βάλουμε μια ακόμη πινελιά στον καμβά μας.
📸&✍: I13.

















