"Τι περιμένεις;" με ρώτησε με μένος.
Τίποτα... μια άδεια υπόσχεση σε μια έρημο. Σαν την έρημο που θυμίζει αυτή η πλατεία. Ήταν στραβοτιμονιά, δεν έφτασα ως εδώ μονάχος, μιλημένος ως το πετσί αν και άσπιλος στην ψυχή. Ξεκίνησε το θέατρο με μια δικαιολογία και μια πρόφαση πως θα ήμουν άκρως χρήσιμος. Έτσι έπεσα, σαν να σκόνταψα.
Τα παιδιά νομίζουν πως όλος ο κόσμος είναι αυτή η πλατεία, τόσο μικρή, τόσο έρημη. Τα φώτα τρεμοπαίζουν στο αγνό φως της αυγής που επέρχεται και την κάνει να μοιάζει γεμάτη χαρά. Η καρδιά είναι άλικη και νέα για πάντα εδώ να.
Για κείνα τα μαρμάρινα όνειρά μου ήταν η στραβοτιμονιά και έβαλα έναν να τα θερίσει. Το κορίτσι που έγινε λίμνη, το αγόρι που έγινε αμνός, το παιδί που και αν μεγάλωσε έγινε παιδί του Πατέρα. Στα γκρίζα φώτα της πόλης, στο εκκωφαντικό αμαξοστάσιο και στη βοή του ανέμου να αφήνουν οι τρεις τους ζωή για τους άλλους. Και γω άφησα ένα μεράκι μικρό και ασήμαντο, ένα περιστέρι που πέταξε στα νότια και γύρισε πριν να χειμωνιάσει.
Η πλατεία μένει ολοφώτεινη από τα φώτα του δρόμου τη νύχτα. Και τα όνειρα μου από μάρμαρο πωλούνται στου ονείρου το άκληρο φως που μοιάζει λιγάκι στου δρόμου.
Το κορίτσι πέθανε και έγινε νερό. Το αγόρι με σήκωσε σαν σκόνταψα. Ο Πατέρας μου έδωσε μια καρδιά σαν αυτές της πλατείας ενώ δεν είχα καρδιά καμία. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω στο "τι περιμένω" ...δεν περιμένω την ανταπόκρισή σου. Καμιά ανταπόκριση... να μην πονάει το πέσιμο περιμένω ίσως. . .