Μα σήμερα ο Γιώργος δεν ήταν στο μετρό.
Δεν ξέρω πως να ξεκινήσω το κείμενο αυτό και δεν ξέρω καν αν θα μπορέσω να του δώσω ένα τέλος.εύχομαι να μην Υπάρχει κάποιο τέλος.
Σήμερα ήταν μια μέρα ανήσυχη.Λίγο τα όνειρά,λίγο η πρωινή ρουτίνα,λίγο ο κόσμος στο μετρό.Μα ας τα πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή.
Στάση μετρό 7:20 16/6/2017
Σήμερα στο μετρό γνώρισα ενα παιδί.Λίγο αδύνατο σαν ταλαιπωρημένο κάπως,με τσάντα σχολική και ρούχα που δεν άφηναν με τίποτα να φανεί μια στάλα του κορμιού του.Κατέβηκα τις σκάλες λίγο γρήγορα,να προλάβω το μετρό.Πέρασε δυστυχώς,οπότε περίμενα το επόμενο.Εκεί καθόταν μια κυρία και ενα παιδί.ενα αλλιώτικο παιδί.Φαντάστηκα πως θα γυρνάει απο έξοδο μιας και η αϋπνία φαινόταν να καλύπτει τα μάτια και το πρόσωπο του.Σκυμμένος να κοιτάει επίμονα το πάτωμα και να μιλάει,να λέει κατι που ποτε δεν κατάλαβα.Έρχεται το μετρό,κάθεται δίπλα μου,ξανα τα μάτια στο πάτωμα.Έτρεμε κάπως.Έτρεμε και Μέτα βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά.
-είσαι καλά?Μήπως θέλεις λίγο νερό?του είπα κάπως γιατί κατι δεν πήγαινε καλά.
-Φταίνε τα βράδυα κυρία μου.Φταίνε τα βράδυα και οι φίλοι.Ή μάλλον όχι.Φταίει η μάνα μου.Τις είπα χθες θα αργήσω αλλά με παίρνει πάλι τηλέφωνο.Όχι όχι η μανα μου δεν φταίει,δίνει λεφτά η μανα μου.Φταιει ο πατέρας μου κυρία μου,εχω βαρεθεί να πηγαίνω σπίτι.Πίνει καπως και..αφήστε τρέμω απο γαλήνη τώρα,είμαι ήρεμος,όλα καλά.
Σηκώθηκε απότομα,χωρις να μπορει να κρατησει στην πλατη του την τσαντα αρχισε να την σέρνει.Βγηκε απο το μετρό.
Την επόμενη μερα τον ξαναπετυχαινω.Με τα ίδια ρούχα,ιδιες κινήσεις μπαίνουμε στο μετρό και κάθεται μπροστά μου.Δεν μίλησα.
-Σας ευχαριστώ για εχθές.
-Μα τι λέτε,δεν έκανα κάτι.Μια ερώτηση.
-πολλές φορές οι άνθρωποι πονάνε με την συμπεριφορά τους και τον ίδιο τον Θεό.εσεις αυτό δεν το κάνατε.
-Όλοι ειμαστε άνθρωποι. Απαντησα εγω.
-Ξέρετε,υπάρχουνε στιγμές που ο άνθρωπος Καλό είναι να πεθαίνει και να ξαναεπανερχεται στην ζωη αφου περασουν.
-χαχα,δεν γίνεται αυτό οσο και αν το θέλουμε.
-Όλα υπάρχουν,αλλά όλα σε καταστρέφουν σιγα σιγά.
Πάλι σηκώθηκε και έφυγε ετσι απλα.σέρνοντας την τσάντα.
Όλη την επόμενη μέρα,σκεφτόμουν τα λόγια του.Κάτι το βασάνιζε αυτό το παιδί.
Τις επόμενες ημέρες,τον έβλεπα τα πρωινά.Μου συστήθηκε και πιάναμε κουβέντα για να περασει η ωρα στο μετρό.
-Μαρία,εγώ εχω ερωτευτεί το σκοτάδι.Ζω μόνο την νύχτα.Στα σκοτάδια βρίσκω την παρέα και την χαρά.Μην φοβάσαι το σκοτάδι.Εγώ κάνω παρέα και στοιχηματίζω κάθε μέρα με το θάνατο.Ξέρεις πόσο τρελό ειναι να γνωρίζεις οτι κάθε μέρα καταστρέφεσαι μα το βράδυ να γυρνάς ψάχνοντας τον θάνατο?κάθε μέρα τρέμω απο τον φόβο μην πεθάνω χωρίς να φτάσω τουλάχιστον στο σπίτι.Να μην πεθάνω σε κάποιο πεζοδρόμιο.Όχι τίποτα άλλο,αλλα να μην πει κανένας οτι πέθανα απο τον ίδιο τον θάνατο.Κάθε μέρα έρχομαι στο μετρό και μιλάω σε μάρμαρα.Μιλάω σε τζάμια,ειναι άθλιο,μα οι άνθρωποι σε εγκαταλείπουν και με ποιόν να μιλάς μετά?Στο σχολείο δεν πηγαίνω.Πηγαινα ώσπου με βρήκε ο δάσκαλος μου μια μερα και μου ειπε να παω σε καποιο αλλο σχολείο.
-Γιατί το άλλο το σχολείο θα μου μάθαινε πως να ξεφύγω απο τον θάνατο.
-δεν καταλαβαίνω.ο θάνατος?
-Αν σου πουν ποτέ,πως η ζωή σου γίνεται καλύτερα με σκόνη και με σύριγγα φτυσε τους και φύγε μακριά.και αν σου πουν πως το χαπι και το τσιγάρο διώχνει τα προβλήματα μην τους ξαναδεις ποτε στα ματια σου.
Σήμερα και εχθές ο Γιώργος δεν ήταν στην στάση ούτε μπήκε στο μετρο.
Ο Γιώργος σήμερα ίσως να έχασε το παιχνίδι με τον θάνατο.
Ο θάνατος ίσως να παίζει αυτή την ώρα με άλλα παιδιά.
Τα άλλα παιδιά ίσως είναι δίπλα σου.
Σε παρακαλώ,αν τα βρεις πήγαινε τα πρώτα σπίτι.