Ξέρεις πάντοτε σε θαυμαζα, σε κοίταζα σαν να ήσουν ένας πολυτελές πίνακας ζωγραφικής από το πιο ακριβό μουσείο τέχνης. Σε άκουγα σαν να ήσουν η ωραιότερη μελωδία που έχω ακούσει. Σε άγγιζα σαν να ήσουν το ωραιότερο λουλούδι της γης. Άνθιζα διπλα σου. Ζούσα την δική μου αιωνιότητα, χωρίς περιφραγμους. Τα δάχτυλα σου χόρευαν ανάμεσα στα μαλλιά μου και χαϊδευες απαλά τα χείλη μου. Κάθε πρωί μόλις ανοιγα τα ματια μου, μου έλεγες το ποσο όμορφη ειμαι και εγω σου αποδεικνυα το ποσο γοητευτικός ήσουν. Εσυ μονάχα μου χαμογελαγες και εγω ερωτευόμουν. Κάθε μεσημέρι όταν μαγειρευα, ερχόσουν και έβαζες τα χέρια σου στο φαγητό και με πασαλοιφες με αυτό. Με τσαντιζες και το μόνο που έκανες ήταν να με παίρνεις αγκαλιά και να με φιλαγες. Τόσο απλός και τόσο λιτός. Ήθελα να ζω την καθε στιγμή μαζί σου. Έτσι όπως ξαπλωναμε τα βραδια, σηκωνα το κεφάλι μου και σου ζήταγα να πάμε βόλτες στην Αθήνα. Μου πιεζες την μύτη, με έπαιρνες από το χέρι και μέχρι τα μεσάνυχτα μέσα στην αγκαλιά σου γυρνάγαμε μαζί όλα τα γραφικά σοκάκια της Αθήνας. Ειμασταν εμείς απέναντι σε έναν πλανήτη γεμάτη χάος. Η αρχή ην το χάος έλεγες. Καθε βράδυ είχες την τάση να καπνίζεις στην βεράντα ενώ όλη την ώρα κοιταζες το φεγγάρι. Ερχόμουν και σε ρώταγα τι ακριβώς κοιτάς. " Όλοι θα γίνουμε εκεινα τα μικρά σημεία του οριζοντα. Τα αστέρια. Αλλα να θυμάσαι για εμένα εισαι η φωτεινότερη σεληνη μου" ετσι μου ελεγες. Στα γενέθλια μου, μου χάρισες ένα βιβλίο. Από εκείνα τα κλασσικά ποίησης που σου είχα πει ότι διαβάζω και με φωναζες " μικρή Πολυδούρη ". Στην πρώτη σελίδα είχε μια αφιέρωση.. " Στον άνθρωπο που θα θαυμάζω μια ζωή, στην δικιά μου σελήνη. Με αγάπη το 0". Για εμένα το μηδέν ήταν η αρχή και το τέλος. Το σύμβολο της δικής μας στιγμιαίας αιωνιότητας. Και κάθομαι μονη, μέσα στην άδεια νύχτα, κρατώντας ένα βιβλίο και κοιτάζοντας τον Λυκαβηττό. Καθώς πινω από τον πικρό μου καφέ, αναπολώ. Πως αλλάζουν όλα; Αριθμητες γίνονται παρονομαστες και το αντίστροφο. " Ησουν η δικη μου σελήνη " ψέλλισα. Δεν θα μπορέσεις ποτε να καταλάβεις πόσο μου λείπει η μορφή σου, η φωνή σου, το αγγιγμα σου... το ποσο μου λείπεις εσυ. Όταν ξαπλώνω να κοιμηθώ πνίγομαι από εφιάλτες και στο ρίγος. Όλες οι νύχτες μοιάζουν τόσο ίδιες πια. Να κοιτάω τους δείκτες του ρολογιού, μήπως και γυρίσεις. Να καπνίζω όσα δεν προλάβαμε να ζήσουμε. Ζω εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο. Ας ήσουν εδώ. Να άγγιζα το ζεστό σου χερι, να άκουγα την βαριά αναπνοή σου. Πράγμα το λιγότερο αδύνατο. Φοβάμαι πια τον έρωτα... Βράδυ Σαββάτου, μονη σε ένα σπίτι στην Ασκληπιείου. Βρέχει εξω και εγω καθομαι στο πάτωμα του σαλονιού μου. Μια σιγή άκρως παραπλανιτικη. Ακουω καθε δροσοσταλιδα να πέφτει στο παράθυρο, να κρυωνω. Να μην ξερω που να κοιτάω, να θολώνει το είναι μου, να καλυσιγελω; "σταματα να φωνάζεις στο κεφάλι μου, σε χρειάζομαι εδω..". Όταν κλείνω τα μάτια μου βλεπω εμάς και για φόντο τα ονειρα και τις προσδοκίες μας. Όλα ξεκίνησαν σε έναν δρόμο στα Εξάρχεια. Εκεί όπου και στέκομαι. Μέσα από ένα παράθυρο και βλέπω εμάς. Δυο αγάλματα αρχαια ελληνικά. εγω κι εσυ μες στην μέση ενός δρόμου όπου χωρίζει και ο δικός μας χρόνος παγώνει. Μην μιλάτε στον κόσμο για έρωτα. Φοβαται..