Τι κρατούν οι άνθρωποι;
"Ομπρέλες"
Εκείνη την ημέρα έβρεχε καταρρακτωδώς και ο Στέλιος είχε ξεχάσει να πάρει ομπρέλα.
Άναψε ένα τσιγάρο χαζεύοντας τη βροχή, προστατευμένος από το υπόστεγο του κτηρίου Δήμου Αθηνών.
Είχε σταματήσει να μετράει πλέον πόσες ώρες ήταν εκεί, χωρίς να γίνει η δουλειά του και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να γλιτώσει τη βροχή.
"Ε άντε μου στο διάολο."
Για μια στιγμή νόμιζε ότι ήταν ο εσωτερικός του μονόλογος, άλλα η φωνή παραήταν γυναικεία.
Τότε γύρισε και την είδε.
Φορούσε ένα πορτοκαλί αδιάβροχο και πάλευε εξοργισμένη, να χωρέσει κάτι χαρτιά στην τσάντα της.
"Συγγνώμη ;" της είπε. Μόνο τότε τον συνάντησαν τα μάτια της. Καστανά.
"Όχι όχι, συγγνώμη δεν πήγαινε για σένα. Είμαι εδώ απ'τις εννιά και έχει πάει τρείς και δεν κατάφερα τίποτα με όλους αυτούς τους παλαβούς εκεί μέσα. Άσε που όλα μυρίζουν μανταρίνι."
"Είμαι ο Στέλιος... είμαι εδώ απ' τις οχτώ."
"Μαρία, χαίρω πολύ...ούτε εσύ κατάφερες τίποτα ε;"
"Αν εξαιρέσεις ότι ανεβοκατέβηκα γύρω στις επτακόσιες φορές όλους τους ορόφους, τίποτα "
Για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν η βροχή.
"Να σε πάω κάπου; " τον ρώτησε δείχνοντας την πολύχρωμη ομπρέλα της.
"Ναι, αλλά μόνο αν δεχτείς αυτό για ευχαριστώ" έχωσε το χέρι του στην τσέπη του μπουφάν του.
"Μανταρίνι;"
-μουσα














