Καθώς ξημέρωνε, ακόμη μια μέρα, έβλεπα στα μάτια τους την θλίψη που τους τύφλωνε. Η μιζέρια του σώματος, οι αργές κινήσεις χάθηκαν στην σιωπή της άδειας πόλης. Η ανυπομονησία τους για την νύχτα ήταν πλέον έμμονη ιδέα, ήταν ανάγκη. Όλα αυτά σκεφτόμουνα όταν τους έβλεπα. Λοιπόν ίσως είμαι αόρατη ή μήπως απ’ την τύφλωση δεν με βλέπουν. Σκοτάδι, όπου η αλήθεια ήταν όλη μπροστά μου, ήταν τόσο ζωντανή. Φαινόταν ότι πλησίαζα στα σκοτεινά νερά της αλήθειας, εκεί που τα μάτια ζούσαν κάθε τους στιγμή.
Το προηγούμενο βράδυ, είδαν τα μάτια μου ένα λαμπρό πανηγύρι χαρές και χορούς που ζούσαν οι άνθρωποι. Λες και είχαν μεταμορφωθεί σε λουλούδια που έδιναν το άρωμα της άνοιξης στην ζωή. Ρίχτηκα και εγώ μαζί τους. Μαζί τους υπήρχα, μαζί τους έζησα. Ζήσαμε τον θάνατο, τον έρωτα, τον πόνο, χωρίς καμία ψυχρότητα, ταραχή ή ζάλη. Ένιωθα την φορεσιά των συναισθημάτων, τόσο αέρινη και διάφανη.
Ήμουν σχεδόν γυμνή. Αληθινή στο είναι των πραμάτων, αληθινή στον πόνο που με λύσσα με γέμιζε πληγές. Εκείνο το βράδυ ένιωσα την φρεσκάδα που έχει ένα σώμα νεανικό, ένα σώμα αγαπητό. Το πνεύμα μου, χόρευε ασταμάτητα με το σώμα και η ψυχή μου χαμογελούσε.
Η αέναη κίνηση της θάλασσας, με καλούσε να συνταχθώ μαζί της. Τα κύματα της χόρευαν ατημέλητα και αισιόδοξα.
Με καλούσε να γίνω ένα με αυτήν.Όπως τα λουλούδια είχαν γίνει ένα με το έδαφος. Όπως οι άνθρωποι είχαν γίνει ενα με το έδαφος. Κι ομως η θάλασσα μου έμοιαζε τοσο πολύ. Κάπου κάπου, έβγαινα και ζούσα λίγο με την “ζωή”. Με είχει πνίξει πολλές φορές - έχω ζήσει πολλές ζωές παρέα με την θάλασσα.
Η δυσκολία άγγιζε τα όρια πριν την τρέλα, που κάθε φορά μέχρι για να προλάβω να ζήσω, έπρεπε πρώτα να στεγνώσω. Να μην γίνω χώμα, νεκρό, βαρύ και ασήκωτο παίρνοντας με στο βυθό της.
Αυτήν την φορά, δεν τολμούσα να μπω. Είναι ύπουλη και καμιά φορά θανατηφόρα. Πήρα την απόφαση να μην αγγίξω, ούτε στα ρηχά της κι αφού ξημερώσει να μείνω έξω μαζί με τους υπόλοιπους. Να ζήσω μια κοινή ζωή.
Εκεί, ήταν που ανακάλυψα την ζωή που ψεύδονται πως ζουν. Ήταν φρικτό και απάνθρωπο. Ήταν το πρώτο μου ξημέρωμα έξω στον πραγματικό κόσμο. Ήταν τρομαγμένος, φτιαγμένος από σίδερα και αόρατες αλυσίδες. Τελικά, ήμουν και εγώ αόρατη, ήμουν μια κινούμενη αλυσίδα.
Μέχρι και σήμερα κουβαλώ μέσα μου μια θάλασσα γεμάτη ζωή και σκότος. Είμαι μια γυναίκα και είμαι θηλυκό σαν κι αυτή. Είμαι αυτή. Είμαι μια θάλασσα.
Αναπολώ διάφορες στιγμές και βιώματα προσπαθώντας να τα ξαναζωντανέψω με ύλη, λέξεις , ήχους, εικόνες και με ό,τι ονομάζω τέχνη για μένα. Όλα, όμως, είναι τόσο ρευστά. Συμβαίνουν πράγματα στο τώρα τα οποία απλά κινούνται σε ένα παράλληλο χρονικό πλαίσιο και βίωμα ζωής, που λόγω της συννεφιάς της φυλακής του εγώ, τα αφήνω δώρο για το μέλλον. Ενσωματωμένη σε μια θύελλα του καιρού και του μόχθου, χαμένη στη μέση ενός ωκεανού και διαμελισμένη εσωτερικά κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου. Περιπλέκομαι με αυτοδημιούργητες αλυσίδες και ακόμη χαμογελάω.
Η αγάπη μου για την τέχνη και την ποίηση με οδηγεί ακράδαντα σε μια θεμελιωτική αδιέξοδο αυτογνωσίας, απομόνωσης και τρέλας. Έναν θάνατο, μια ανάσταση και ξανά. Είμαι θάλασσα που αγγαλίαζω το χώμα και τους σκληρούς βράχους που με τρυπούν από τότε που γνωρισα την ζωή.
Ο φαύλος κύκλος που ακολουθούμε μαζί. Ελπίζω να τα πουμε σύντομα. Θελω πολύ να σε γνωρίσω. Να σμίξουν οι θάλασσες μας και να πνίξουμε τους βράχους που μας πονούν τόσο. Να συναντήσουμε την ζωή κατάματα. Σε περιμένω.
04:14 π.μ.
Παρασκευη
7 Οκτωμβρίου 2016