["Paris, Texas", W. Wenders, 1984]
It’s fascinating how, the more you grow into adulthood, the more you understand Paris, Texas—and perhaps you should revisit it periodically, as a point of reference and comparison.
RMH

No title available
Jules of Nature

Kaledo Art
No title available
Peter Solarz
Claire Keane

@theartofmadeline
he wasn't even looking at me and he found me
NASA

PR's Tumblrdome
Cosimo Galluzzi

Janaina Medeiros

oozey mess
will byers stan first human second

roma★
d e v o n

tannertan36
I'd rather be in outer space 🛸

titsay

seen from United Kingdom
seen from Germany

seen from China

seen from France

seen from United Kingdom
seen from United States
seen from Pakistan
seen from Japan
seen from United States
seen from United States

seen from Poland
seen from Sweden
seen from Malaysia

seen from Malaysia

seen from United States

seen from United States
seen from United States

seen from United States
seen from Singapore

seen from United States
@under-the-screen
["Paris, Texas", W. Wenders, 1984]
It’s fascinating how, the more you grow into adulthood, the more you understand Paris, Texas—and perhaps you should revisit it periodically, as a point of reference and comparison.
What a feeling! '80s dance films
"Being's believin'!"
Η δεκαετία του '80, με τα έντονα ρούχα και τα χρώματα σε αντιθέσεις, με τις λαμπερές ντισκόμπαλες και τις θρυλικές βάτες στους ώμους, ήταν ίσως η μόνη περίοδος που το σινεμά απαθανάτισε εν αγνοία του. Κινηματογραφικές ιστορίες για νεαρούς/νεαρές με όνειρα για κάτι μεγαλύτερο και λαμπρότερο, αναβίωσαν ένα είδος που είχε ξεκινήσει από τις απαρχές του ομιλούντος Hollywood και το μετέτρεψαν σε ταξίδι αυτοπραγμάτωσης, με χορευτικά που εστίαζαν πλέον στο άτομο κι όχι στον συλλογικό ρυθμικό συντονισμό. Καθόλου τυχαία, αυτό το νέο είδος ταινιών σημείωσε εισπρακτικές επιτυχίες σε δύο βιομηχανίες, τόσο στην κινηματογραφική όσο και στην μουσική. Η καθιέρωση του ηλεκτρονικού ήχου ως κυρίαρχης μουσικής προτίμησης συνόδευσε την εξάπλωση μιας νέας χορευτικής μόδας που ξέφευγε από το γνωστό πλαίσιο των οργανωμένων χορογραφιών και της Broadway / Jazz / Ballroom σκηνής, αντικατοπτρίζοντας τον αναβρασμό μιας γενιάς που έθετε τα δικά της νέα πρότυπα και όρια.
Καθώς ο κινηματογράφος, στην προσπάθεια του να προσελκύσει περισσότερο κοινό, παρήγαγε μια σειρά πανομοιότυπων ταινιών, όλες με μοναδικό άξονα τον χορό και την προσωπική έκφραση και αυτοεκπλήρωση μέσω αυτού, άθελά του έγινε μάρτυρας και καταγραφέας μιας κοινωνίας που μπορούσε πλέον να ζήσει ανεπαίσχυντα στην αφθονία και τον ατομικισμό. H συλλογικότητα και οι ομαδικές χορογραφίες αντικαταστάθηκαν από το "remember my name" και το "I can have it all, [...] take your passion and make it happen", που μάγευαν, από την μεγάλη οθόνη, την ανερχόμενη γενιά, εμπνέοντάς της αίσθημα αισιοδοξίας και παντοδυναμίας. Ασυνείδητα, μέσα στην ονειροπόληση και την συναισθηματική απελευθέρωση, αποποινικοποιήθηκε και η σεξουαλικότητα που πλέον αποτυπωνόταν στο πανί με λιγότερη ντροπή και περισσότερη πρόκληση. Τα ιδρωμένα καλλίγραμμα κορμιά του A. Lyne στο "Flashdance" αντιπαραβάλλονταν στον πουριτανισμό του "Footloose" και στην αθωότητα του "Dirty Dancing", ενόσω ο "πιο σεξυ σκηνοθέτης" του '80 χρησιμοποιούσε την μόδα των backlights για να δώσει εικόνα και πνοή σε πρωτόλεια σενάρια, που όμως διόλου δεν εμπόδισαν την εμπορική επιτυχία αυτών των ταινιών.
Αυτό αποδεικνύει ακόμα παραπάνω ότι ο κινηματογράφος δεν είναι ούτε μονοδιάστατος ούτε μονοειδής. Όπως σε κάθε τέχνη, έτσι και στο σινεμά, δεν υπάρχει ένας και μοναδικός σκοπός που πρέπει να υπηρετηθεί • ο στόχος είναι η έκφραση κι όχι απαραίτητα ο βαθυστόχαστος προβληματισμός. Ετσι, ταινίες που κρίθηκαν για την απλότητα και την ρηχότητά τους δικαιώθηκαν από το κοινό και εν τέλει από την ιστορία, υπογραμμίζοντας πως ο θεατής θέλει να δει είτε τον εαυτό του είτε το όνειρο του στην μεγάλη οθόνη, κάτι το οποίο έχει εκτενώς αναλύσει η ψυχολογία στο κλάδο της ψυχανάλυσης του κινηματογράφου.
Στην δύση αυτής της πολύχρωμης και οπτιμιστικής εποχής, οι επόμενες δεκαετίες ('90, '00) άρχισαν να φέρνουν σύννεφα που σκίασαν το προσκήνιο, δείχνοντας την σκοτεινή (ή λιγότερο φανταχτερή) πλευρά της κοινωνίας που έχοντας πλέον κατακτήσει την κορυφή, κοιτούσε με φόβο προς τα κάτω. Η τρομακτική εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία του "Showgirls" (1995) συμβολίζει την ματαίωση πως "όταν ένα όνειρο πραγματοποιείται δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτό που είχες ονειρευτεί", ενώ το "8 mile" (2002) τόλμησε να αναδείξει την προσπάθεια (σε ό,τι κι αυτό αναφέρεται) ανθρώπων που δεν μπόρεσαν να γευτούν την λάμψη των προηγούμενων περιόδων. Με μεμονωμένες προσπάθειες τόνωσης του είδους, τα μέσα του 2000 και οι αρχές του 2010 προσέφεραν ταινίες όπως το "Step up" (2006) και το “Magic Mike” (2012), που όμως καταγράφηκαν απλώς σαν “μια ακόμη ταινία” καθώς δεν αντιπροσώπευαν πια ούτε το καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής ούτε την κοινωνία του τότε, ενώ το "Black Swan" (2010) ήρθε σαν χαστούκι ενηλικίωσης για να υπενθυμίσει πως ο εγωκεντρισμός, η τελειομανία και η εμμονή της επιτυχίας που πρεσβευόταν τόσο λαμπρά το '80, είναι μια επικίνδυνη παγίδα. Σημειολογικά, αυτό επισφραγίστηκε με την λιγότερη από την αναμενόμενη εμπορική απόδοση του κομματιού "I'm glad" της J. Lopez, το video clip του οποίου γυρίστηκε από το μεγάλο όνομα D. LaChapelle και αποτέλεσε φόρο τιμής στο "Flashdance", θυμίζοντας έτσι πως για την δεδομένη στιγμή, το κοινό αδυνατούσε να νοσταλγήσει το '80.
Η προσωπική ιστορία της Irene Cara που έδωσε την φωνή της στο θρυλικό "What a feeling" αλλά δεν πήρε σχεδόν ποτέ πίσω αυτό που της αναλογούσε σε χρήμα, δόξα και καριέρα, είναι ο ιδανικός επίλογος για να περιγράψει αυτό που εν τέλει είναι ο αιώνιος και καθημερινός αγώνας και για το οποίο ο κινηματογράφος πάντα θα μιλάει: “έγραψα λόγια που ενέπνευσαν εκατομμύρια ανθρώπους να πιστέψουν στον εαυτό τους, αλλά πίσω από τα φώτα, έπρεπε κι εγώ να παλέψω για να πιστέψω στον δικό μου».
Materialists
"Dating is math" ή "είναι το wagyu beef όντως καλύτερο από το απλό μοσχάρι;"
Μετά το ντεμπούτο με το διαπεραστικό "Past lives", η Celine Song καταπιάνεται με το βασικότερο και αρχαιότερο, όπως μας λέει, όλων: την αγάπη. Χρησιμοποιεί (άθελά της;) το φορμά του romcom για να σχολιάσει αυτό που όλοι μουρμουρίζουμε εδώ και χρόνια: ότι το να βγεις εκεί έξω και να ψάξεις / βρεις ταίρι πλέον δεν είναι καν το "σπορ" της δεκαετίας του 80-90, αλλά μια δύσκολη και ψυχοφθόρα διαδικασία • το dating έχει εξομοιωθεί με το χρηματιστήριο της εμπορίας κρεάτων.
Απόλαυσα την Dakota με τον στρωμένο και σίγουρο λόγο της που εκφερόταν με τόση σιγουριά όσο και απάθεια, σαν να λύνεις μια εξίσωση μαθηματικών, χωρίς καν την αγανάκτηση ή το πάθος που μπορεί να τη συνοδεύει.
Οι πρωταγωνιστές δημιουργούν ενα "πολωμένο" κι απλοϊκό τρίγωνο, πρεσβεύοντας αρχετυπικούς χαρακτήρες στο φάσμα μεταξύ του κυνισμού και του συναισθηματισμού.
Φυσικά η παρουσία της C. Song πίσω από τις λέξεις και από την κάμερα είναι εμφανής: θεατρική δομή και ρέοντες διάλογοι με τον κάθε ήρωα να έχει τον χρόνο του για να μιλήσει, χωρίς κρεσέντο και ξεσπάσματα, μπροστά στις εισόδους πολυκατοικιών ή μέσα σε τέσσερις τοίχους.
Τα γλυκανάλατα στοιχεία επιλέγω να τα αποδώσω όχι σε δημιουργική αστοχία, αλλά στο γεγονός ότι μπορείς να πεις σημαντικά πράγματα ακολουθώντας ακόμα και την πιο απλή και πεπατημένη πορεία.
3/5 ★
"If you died, you'd forget me."
9 χρόνια μετά την πρώτη φορά που το είδα, το "Brief encounter" ήρθε να φωτίσει αυτούς τους πυλώνες της πνευματικής μου ύπαρξης που νόμιζα πως είχα τακτοποιημένους. ´Οταν επιτέλους το παρελθόν κοιμάται ήσυχο μέσα στο κουτί των αναμνήσεων, η μονάδα μέτρησης της υπόστασης πλέον υπολογίζεται από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του απρόβλεπτου με το "υπό έλεγχο".
Η σαρωτικότητα ενός υγιούς έρωτα δεν έγκειται ούτε στο εισιτήριο περιπέτειας που προσφέρει ούτε στην υπόσχεση διεξόδου από τη μιζέρια• κάθε άλλο, η συντριπτικότητά του θριαμβεύει πάνω στην ήσυχη και χαρούμενη ομαλότητα.
Το 1945, η Celia Johnson έδωσε την πιο σαφή, κινηματογραφικά, περιγραφή της απώλειας της αυτοκυριαρχίας ενός τακτοποιημένου, μα αιφνιδιασμένου μυαλού, λέγοντας "I've been so foolish, I've fallen in love. I'm an ordinary women. I didn't think such violent things could happen to ordinary people".
Μόνο σε συνθήκες μεστωμένης κανονικότητας μπορεί κανείς να αξιολογήσει το δίλημμα της απληστίας και της επάρκειας, στο επίπεδο της συναισθηματικής πληρότητας, και την συνδιαλλαγή με τα ψυχικά χρωστούμενα και με την αυθυπέρβαση στο επίπεδο προσωπικής ηθικής.
Σε αντίθεση με το γνωμικό του ρομαντισμού που λέει πως "ο έρωτας βυθομετρεί τις αβύσσους της ίδιας μας της δυστυχίας", στο έργο του D. Lean (και υπό την ηχητική επιβλητικότητα του Rachmaninoff), αυτό το ορμητικό τρένο είναι ουσιαστικά μια βολιδοσκόπηση που αναζητά να επαναπροσδιορίσει το μεγαλείο της αναμέτρησης ενός κοινού ανθρώπου με την σφοδρότητα και την υπερβατικότητα μιας τραγωδίας - και να υπενθυμίσει το πόσο θριαμβευτικά και συγκινητικά αυτός επιβιώνει.
5/5 ★
Extrait du film "Les Amours Imaginaires" de Xavier Dolan.
This song popped up in my playlist while I was microwaving my meal and suddenly I was confronting my jaded, disillusioned adult life.
Francis Bacon conversing with cinema
[upper: Study after Velázquez's Portrait of Pope Innocent X, 1953 / "Scanners", D. Cronenberg, 1981
middle: Study for a portrait, 1952 / "Battleship Potemkin", S. Eisenstein, 1925
lower: Three Studies for Figures at the Base of a Crucifixion, 1944 / "Alien", R. Scott, 1979]
Selective affinities
["Videodrome", D. Cronenberg, 1983]
Emilia Pérez
Με την παραδοχή πως η εσωτερική πάλη της αναζήτησης ταυτότητας, που για λόγους επιβίωσης εξωτερικεύεται ως βία, δημιουργεί στο άτομο μια ομίχλη, πολλά σκιερά πλάνα στην ταινία πασχίζουν να βρουν τον φωτισμό που τους αξίζει.
Έχοντας ως οδηγό την αυθεντική μεξικάνικη πραγματικότητα των πολύνεκρων συρράξεων μεταξύ των καρτέλ ναρκωτικών, ο Audiard πειραματίζεται σε ένα μιούζικαλ-πρόκληση με εμπνεύσεις από τις πολύχρωμες συναισθηματικές υπερβολές των telenovelas και μεγαλουργεί σε ένα self-redemption story που λάμπει σαν φάρος στην ομίχλη, το φως του οποίου χρωματίζει την πιο αγιοποιημένη κινηματογραφικά τρανς, την Emilia Pérez.
Οι νευρικές, αλλά στοχευμένες κινήσεις της κάμερας χορογραφούν σώματα που τινάζονται καθώς τα τρυφερά συναισθήματα εναλλάσσονται με τις εκρήξεις των αποσιωπημένων ουρλιαχτών αυτοεκπλήρωσης, εφόσον δεν "βρίσκεται εκεί τυχαία" η προοικονομία πως "κάτι πολύ έντονο δεν αντέχει πολύ".
Σε αυτή την ένταση και το βουητό, ανυψώνεται το άγαλμα μιας τρανς θεότητας, σε μια εξόδιο ακολουθία που σφραγίζει τα επιτεύγματα μιας φανταστικής ζωής μεν, ενός απόλυτα αληθινού κινηματογραφικού δημιουργήματος δε.
★ : 4 / 5
The Substance
"Control yourself!"
Μόνο η γυναικεία ματιά θα μπορούσε να αποδώσει τόσο σωστά το κοινωνικό μήνυμα της ωραιοπάθειας και του ageism, υπηρετώντας παράλληλα πιστά το είδος του θρίλερ, στηριζόμενη σε ώμους γιγάντων, όπως του Argento και του Cronenberg.
Ο σωματικός τρόμος πηγάζει από το αυτο-μίσος, ενώ η εσωτερική πάλη εκφράζεται ως βίαιη δυαδικότητα κι εκφέρεται συμβολικά μέσω του συνόλου των αντανακλάσεων, των καθρεφτών και των αφισών (που πρωταγωνιστούν σκηνογραφικά), σε μια αποπνικτικά αδιέξοδη ατμόσφαιρα.
Camp και gore στοιχεία συνυπάρχουν σε μια συμφωνία υπερβολής που συνοψίζουν την καλλιτεχνική διαδρομή του κινηματογραφικού είδους από το ιταλικό giallo έως το καναδικό body horror, μνημονεύοντας παράλληλα την B-movie αισθητική και το μνημειώδες αιματοκύλισμα από τον de Palma στο "Carrie".
PS: Αν η Fargeat έκανε ηθελημένη αναφορά στο "Basket case" [F. Henenlotter, 1982], τότε ουρλιαζω *in demimoorian*
★ : 4 / 5
Nosferatu (1922, Murnau)
Nosferatu (1979, Herzog)
Nosferatu (2024, Eggers)
Thanks to jacquemus it’s relevant again
“Sides of the same coin” eccellenza
ή πώς η κβαντοφυσική (δεν) ορίζει την επαφή
[“Personna”, I. Bergman, 1966]
Let’s organize a search party
[“The color of the pomegranates”, S. Parajanov, 1968]
Words and silences
[“Past lives”, C. Song, 2023]
Gene Tierney