Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα.
Είμαι σίγουρος ότι το ξέρεις!
Ναι, αυτό λέω, που το στομάχι σου είναι κόμπος. Δεν μπορείς να φας τίποτα. Εσείς τις πεταλούδες πότε ακριβώς τις νιώσατε, γιατί εγώ ένιωθα ενα σφίξιμο όλη μέρα. Και δεν ήταν μόνο στο στομάχι οι επιπτώσεις. Ήταν και στον αέρα.
Όχι οχι , ο αέρας δεν ειχε κάτι, εγω ειχα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Το δωματιο με έπνιγε, το σαλόνι με έπνιγε… γενικά το σπίτι με έπνιγε. Ηθελα να ειμαι εξω να αναπνέω, να μην σκέφτομαι.
Και ναι, καταλάβατε. Την μεγαλύτερη επίπτωση την είχε το μυαλό μου.
Δεν μπορούσε να ξεφύγει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι αλλο. Αλλά ανέλυε και ανέλυε και ανέλυε και ανέλυε τα παντα. Τον τρόπο που γελούσε. Τον τρόπο που μύριζε. Την ευγένεια που μου έδειχνε. Την εξυπνάδα που είχε. Τον τρόπο που αντιμετώπιζε τα κρυα αστεία που ελεγα. Τις βόλτες μας στην παραλία τα βραδια. Τα βράδια.
Τα βράδια που δεν έκανα τίποτα αλλο, απο το να σε σκέφτομαι. Δεν μπορουσα να κοιμηθώ, δεν μπορουσα να κάνω τιποτα, μεχρι το πρώτο φως της μέρας, που το σωμα μου έπεφτε απο την κούραση. Αλλά μεχρι τοτε μια εικόνα ειχα στο μυαλο μου, τα ματια σου.
Αχ αυτια τα ματια. Τωρα κατάλαβα τι εννοούν όταν λένε ότι τα μάτια μπορούν να σε καταστρέψουν.
Υπάρχουν ολα αυτα ή τα ζω μονος μου;
Δεν γίνεται να πεθαίνω και να μην ξέρω αν αξίζει, αν υπάρχει αυτό που με σκοτώνει ή αν απλά είναι όλα στο μυαλό μου.
“- Ξεχνάω τον ήχο της φωνής σου. Και δεν θέλω.
- Δεν έχω κάρτα. Σόρρυ. ”
Ναι λοιπόν καταλάβατε, όπως κατάλαβα και εγώ. Το ζούσα όλο αυτό, αλλα το ζούσα μόνος μου. Ναι ειχα παρει μια γεύση του τι εστί να σε εχω διπλα μου, να σε φιλάω, να σε αγκαλιάζω, να σε μυρίζω.
Αλλά εγω ήθελα το “όλο” σου και εσυ δεν μπορούσες να μου δώσεις ούτε το “λίγο” σου. Και πίστεψε με το λίγο σου δεν το θέλω.
Η όλα η τίποτα, μέτριο δεν πίνω ουτε τον καφε μου. Και ναι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, αλλά θα προσπαθήσω και να μην σε ξανα θυμηθώ ποτέ.
θα είσαι για παντα ενα απωθημένο που γεύτηκα αλλά ποτέ δεν χόρτασα.