Κι εισαι οτι ομορφοτερο με εχει αγγιξει...
Ατοπος-καπου στα μεσα του δεκεμβρη

★

#extradirty
KIROKAZE

pixel skylines
No title available
Lint Roller? I Barely Know Her

Origami Around
No title available
No title available
Stranger Things

titsay
Game of Thrones Daily

No title available

Discoholic 🪩
PUT YOUR BEARD IN MY MOUTH
🪼
No title available
NASA
Three Goblin Art
noise dept.

seen from United States
seen from United States
seen from Brazil

seen from France
seen from United States
seen from Malaysia

seen from United Kingdom

seen from United States

seen from United States
seen from United States
seen from United States

seen from United States

seen from Czechia
seen from Lithuania
seen from Italy

seen from Lithuania
seen from Canada
seen from Austria
seen from United States
seen from United States
@feygath
Κι εισαι οτι ομορφοτερο με εχει αγγιξει...
Ατοπος-καπου στα μεσα του δεκεμβρη
Λίγο ουζάκι, λίγο θάλασσα και την παρέα μου...
@feygath
Υπάρχουν μερικά πράγματα που θαυμάζω μέσα στον βωμό της νύχτας. Τις γρίλιες που άνοιξες εσύ. Εμένα, να σπεύδω να εντοπίσω σημάδι σου, ενθουσιασμένη από την ύπαρξή σου, από τη ζωή σου—που ίσως (φοβάμαι) μοιάζει λίγο περισσότερο με τη δική μου.
Και έπειτα, πόσο ωραίος ηχεί ο ήχος της σιωπής! Ποιος είπε ότι η σιωπή είναι ένα τίποτα; Η σιωπή είναι το παν. Μελωδία στα αυτιά μου, ραψωδία, το επίτευγμα μιας κοινωνίας που, έστω για λίγο, έκανε κάτι σωστά. Συλλογικά.
Πώς γίνεται ένας άνθρωπος αλτρουιστής, τελικά, αφού υπήρξε μηδενιστής; Βγάζω ένα τσιγάρο από το νέο πακέτο, αλλά δεν το ανάβω. Φοβάμαι. Μην ανάψει νέες παρουσίες, νέες ψυχές, νέους θανάτους (Μια πλάνη: ο συνδυασμός των συναισθημάτων, που κάποιος την είπε αγάπη...) Αγάπης.
Δεν άναψα εκείνο το τσιγάρο. Δεν ήθελα να σε ξυπνήσει ο ήχος του αναπτήρα. Και τότε, καθώς το έγραφα αυτό, σε άκουσα να ξεροβήχεις.
Γείτονα, εγώ καπνίζω, η κοινωνία πεθαίνει, κι εσύ—μου δίνεις λίγη ζωή στον δεκαεννιάχρονο θάνατό μου.
“«Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο». Εσύ, πάλι, λες πως με κάτι τέτοιο εκνευρίζεσαι. Πως οι άνθρωποι με αντίστοιχες απόψεις είναι για σφαλιάρες. Θυμώνω. Καλά κάνω και θυμώνω. Εδώ και χρόνια πια το ξέρω. Όξω από την παράγκα οι αταίριαστοι. Να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε . Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει -αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα, θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα του. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως. «Επιλέγεις λάθος άνθρωπο, δηλαδή, για να το σκάσεις πιο εύκολα; Και τότε πως εξηγείται το γεγονός πως καμιά φορά κολλάς στο λάθος πρόσωπο εκατό χρόνια;» ρωτάει η μεταμεσονύχτια φίλη. «Κατά τη γνώμη μου, μείνεις, φύγεις το ίδιο κάνει» λέω. «Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια ουσιαστική δέσμευση. Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιο σου. Γιατί, αν με τον όμοιο σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά». Νύχτα δυόμισι χρόνια πριν. Τρέχαμε με έναν φίλο στο Μούλτι Κούλτι – στο δρόμο απορούσε: «Μα πώς έγινε και πήγα και ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα; Η προηγούμενη αγάπη μου διάβαζε στίχους της Σύλβια Πλαθ. Ίδια τραγούδια, ίδια κουλτούρα. Ήθελα να θέλω. Και όμως, δεν με μάγευε παρά μόνο το ασπόνδυλο. Το ριζικά ακαλλιέργητο πλάσμα. Λες πως θα μου περάσει; Αηδιάζω με τον εαυτό μου έτσι που έμπλεξα. Άλλωστε, ξέρεις πως αυτά τα παθιασμένα τα κοροϊδεύω». Όχι, χαρά μου, δεν θα σου περάσει, σκεφτόμουν. Απλώς εκεί που κόβεσαι πως δεν θα μπορείς χωρίς την άξεστη αγάπη σου, πολύ σύντομα θα βρεις αφορμή και θα φύγεις. Και θα πεις πως δεν πήγαινε άλλο. Που πάντα πάει, άμα θες. Μετά, τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το πάθος της συντήρησης, θα μοιάσεις τότε ακόμα περισσότερο στους ήρωες που σιχαίνεσαι. Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. «Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι, θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός, να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια. Αγάπη πολλή, δεν βάζεις με το νου σου. Σε τσάκισα.”
— Μαλβίνα Κάραλη, Πάλι, Σαββατογεννημένη
δεν θέλησα στιγμή να σε καταλάβω
εφόσον με πλήγωσες
και ξύπνησες τις ανασφάλειές μου.
δεν θέλησα στιγμή να φύγω μακριά σου
εφόσον με πλήγωσες
και ξύπνησες τις ανασφάλειές μου.
«όταν μου λες πως μ' αγαπάς μην ξεχνάς τα παζάρια που προηγήθηκαν και μη θαρρείς πως είσαι τίποτα επειδή σε προσκυνώ.»
- Ντίνος Χριστιανόπουλος
ΓΙΑ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΘΕ ΤΕΙΧΟΥ
Βαζω τα αυτια μου κοντα στα δικα σου και ακουω την θαλασσα
Το σκουλαρικι στα χειλι σου ποτε δεν με ενοχλησε γιατι παντα σκεφτομουν το μεσα
Θα σου γραψω γραμμα αμα μπεις για να εξομολογηθω γιατι φοβαμαι πολύ το ΑΚ
Πριν το σημειο χασης δεν με νοιαζει γιατι δεν αξιζω
Ναι ειμαι κοριτσακι του μπαμπα γιαυτο και πληγωμένο
Κατω απ τα μεγαλα μπουφαν νιωθω ζεστασια και στα σκαλια σου κάθε βραδυ θα μπορουσα να καθομαι να κλαιω
Το κανω ουτως η αλλως οπου βρω
Κάθε τριπ που ζουμε μαζι το αξιολογω και η εικονα παρμενει η ιδια
Εγω στο καθισμα διπλα σου με λυγους και χαμενη
Τα μαγουλα μου δεν ηεξερα ότι ηταν η αδυναμια σου
Όπως και του μπαμπα μου.
Μου λειπει η αισθηση του γλειμενου από σενα και ας κολλαω
Άλλο ένα ένα ταξιδι απ τα πολλα
Ιδια μοτιβα με μετρια καυλα αρκουν για να με εθισουν
Περίεργο πως όταν ο άνθρωπος μένει μόνος του ξαφνικά δεν έχει τι να γράψει.
Θαρρείς και δεν έχει μούσα να εμπνευστεί.
Ο εαυτός μου σίγουρα δεν με εμπνέει, ακριβώς το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Γεννά συχνά μια απέχθεια, μια αποστροφή που στερεί τις λέξεις από την σκέψη.
Δεν μαρεσει να γράφω για τον εαυτό μου. Τι ποιητικό να του βρω; Είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις τέχνη σε κάτι που θεωρείς αδιάφορο.
Με τον εαυτό μας ζούμε, με αυτόν επιβιωνουμε καθημερινά και με αυτόν πεθαίνουμε.
Πέρα από την αφθονία που μας χαρίζει σε προσωπικούς προβληματισμούς, σαν πεισματαρικο παιδί σχεδόν, όταν πρόκειται να δημιουργήσει για τον ίδιο, αρνείται κατηγορηματικα.
Περίεργο συναίσθημα να δυσκολεύεσαι να αποτυπώσεις τον εαυτό σου.
Ένα πρόσωπο που υποτίθεται ξέρεις καλύτερα από όλους, μα όσο πας απομακρυνεσαι από αυτό όλο και περισσότερο.
δεν είμαι τόση.
δεν με είδαν τόση, γιατί τόση ήμουν.
τόση με είδαν, γιατί τόση νόμιζαν πως είμαι
από πριν με γνωρίσουν.
δεν είδαν πως τόσα νιώθω, γιατί τόσα νιώθω.
τόσα είδαν πως νιώθω, γιατί τόσα νόμιζαν πως νιώθω
από πριν τους εξηγήσω.
δεν με κατάλαβαν τόσο, γιατί τόσο μπορώ να γίνω κατανοητή.
τόσα είδαν για εμένα, γιατί τόσα νόμιζαν πως είμαι
από πριν τους μιλήσω.
δεν με ένιωσαν τόσο, γιατί τόσο μπορώ να δεθώ.
τόσο είδαν πως ήταν το δέσιμο, γιατί τόσο νόμιζαν πως μπορώ να δεθώ
από πριν τους ανοιχτώ.
δεν με άκουσαν τόσο, γιατί τόσο μπορώ να ακουστώ.
τόσο είδαν πως ακούγομαι, γιατί τόσο νόμιζαν πως μπορώ να ακουστώ
από πριν να αρχίσω να φωνάζω.
δεν με είδαν τόσο, γιατί τόσο μπορώ να γίνω ορατή.
τόσο με είδαν, γιατί τόσο νοιάστηκαν
από πριν να κάνω την αδιάφορη.
δεν είμαι τόση.
Και έτσι όπως είχα γονατίσει μπροστά του ,
με ενα χάδι ,
μου σηκώνει το βλέμμα
και μου ψυθιρίζει :
"Ξέρω, τα υποτακτικά σου ειναι πολλά , μαζί μου μπορείς να είσαι όπως θες, όμως στον έξω κόσμο σε θέλω δυνατή".
Παραδόθηκα.
Άμα σου έλεγα για το ποσό σκοτάδι σκεπάζει τη ψυχη μου
Ακόμα θα με κοίταγες και θα έλεγες ότι μοιάζω με ήλιο.;
Και αν σου έδειχνα τις πληγές μου που αιμορραγούν εσωτερικά
θα με αγκάλιαζες ακόμα , πιο σφυκτα ;
Και αν σου έδειχνα τους φόβους μου
Έναν έναν ονομαστικά
Θα έπιανες το μαχαίρι ;
Και αν σου έλεγα θέλω μαζί σου μια ζωή
Θα εξαφανιζόσουν το επόμενο πρωί;
Και αν ακόμα .. ακόμα αν μας συγχωρούσα
Θα μπορούσες να μας αγαπήσεις πραγματικά ;
_κανένας_
πια σε νοσταλγω σε καθε μου γραπτο
κ'οσο το μυαλο μου λεει οτι αναλωνομαι πολυ
η φυγη σου μου φωναζει στην καρδια
πως δεν προσπαθησα πολυ...