[…] με βλέπεις έτσι τώρα, το κεφάλι μου να μη στέκει και καλά (αλλά θα μου περάσει). Το είδα εγώ με την πρώτη ότι είσαι εντάξει τύπος, μπορεί κανείς να σου μιλήσει : το πραγματικό της όνομα δεν το ξέρω, εκείνο που μου είπε δεν είναι το δικό της, δεν θα πω λοιπόν πώς ήταν φτιαγμένη, κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιος κοιμήθηκε με ποιον μια ολόκληρη νύχτα, κάτω από μια γέφυρα καταμεσής της πόλης, υπάρχουν ακόμη τα ίχνη στην πέτρα εκεί κάτω: περπατάς όπου να 'ναι κάποιο βράδυ,'ετσι στην τύχη, βλέπεις μια κοπέλα να γέρνει ακριβώς πάνω από το νερό, την πλησιάζεις κατά τύχη, γυρνάει και σου λέει: το όνομά μου εμένα είναι μάμα, μη μου πεις το δικό σου, δεν της λες το δικό σου, της λές: πού πάμε; σου λέει εκείνη: πού θες να πάμε; δεν καθόμαστε εδώ, είσαι; κάθεσαι λοιπόν εκεί, ώς τα χαράματα που φεύγει, όλη νύχτα τη ρωτάω: ποια είσαι; πού μένεις; τι κάνεις; πού δουλεύεις; πότε θα ξαναβρεθούμε; λέει εκείνη σκύβοντας πάνω από το ποτάμι: δεν τ' αφήνω ποτέ το ποτάμι, πάω από τη μια όχθη στην άλλη, από τη μια γέφυρα των πεζών στην άλλη, ανηφορίζω το κανάλι και επιστρέφω πάλι στο ποτάμι, χαζεύω τις μαούνες, χαζεύω τους υδατοφράχτες, ψάχνω το βυθό του νερού, κάθομαι στην άκρη του νερού ή σκύβω πάνω του, εγώ μόνο σε γέφυρες και σε όχθες μπορώ και μιλάω, και μόνο εκεί μπορώ να αγαπάω, όπου αλλού είμαι σαν ψόφια, όλη μέρα βαριέμαι και το βράδυ επιστρέφω κοντά στο νερό… Bernard-Marie Koltes, Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση














